Τράπεζες

«Αδειάζει» Στουρνάρα ο Πισσαρίδης για την bad bank!


Η Επιτροπή «αδειάζει» Στουρνάρα για την bad bank και προκαλεί «πονοκεφάλους» στις τράπεζες με την πρόταση για θεραπεία - σοκ.

Αίσθηση έχει προκαλέσει στους τραπεζικούς κύκλους το κεφάλαιο της έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη για τις τράπεζες, καθώς η ομάδα των σοφών υπό το νομπελίστα καθηγητή «αδειάζει» το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, χαρακτηρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς ως ανεφάρμοστο το σχέδιο που έχει προτείνει για την ίδρυση bad bank, μέσω της οποίας, όπως υποστηρίζεται από την ΤτΕ, θα επιταχυνθεί δραστικά η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων.

Δεν έχει γίνει γνωστό ποιος από τους επιστήμονες που συνυπογράφουν την ενδιάμεση έκθεση είναι ο συντάκτης του κεφαλαίου για τις τράπεζες, όμως έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτηματικά στον τραπεζικό χώρο το γεγονός ότι ένας από τους συγγραφείς τμημάτων της έκθεσης είναι ο Νίκος Καραμούζης, επί δεκαετίες κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος και σήμερα πρόεδρος της Grant Thornton. Επιπλέον, η Επιτροπή ευχαριστεί «για χρήσιμες συζητήσεις, παρατηρήσεις, και προτάσεις» δύο εν ενεργεία κορυφαία στελέχη του τραπεζικού χώρου, τον Γιώργο Χαντζηνικολάου (Πρόεδρο Τράπεζας Πειραιώς ΕΕΤ, ΧΑΑ) και τον Γκίκα Χαρδούβελη (Καθηγητή Χρηματοοικονομικών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Ανώτερο Ανεξάρτητο Σύμβουλο, Εθνική Τράπεζα).

Με αυτά τα δεδομένα, πολλοί θέτουν το ερώτημα αν οι απόψεις κατά του σχεδίου Στουρνάρα που διατυπώνονται από την Επιτροπή είναι κάτι περισσότερο από ακαδημαϊκές αναζητήσεις διακεκριμένων επιστημόνων και, ενδεχομένως, αντανακλούν αντιδράσεις που αναπτύσσονται στον τραπεζικό κλάδο κατά των προτάσεων του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος, παρότι οι ιδέες του δεν είχαν καλή υποδοχή ούτε από το υπουργείο Οικονομικών και ιδιαίτερα από τον υφυπουργό, Γιώργο Ζαββό, επιμένει να προωθεί το σχέδιό του, έχοντας ήδη επιλέξει ειδικό σύμβουλο για την ολοκλήρωση της κατάρτισής του.

Τι λέει η έκθεση για την bad bank

Οι συντάκτες της έκθεσης Πισσαρίδη δεν πρωτοτυπούν στην ανάλυσή τους για τα προβλήματα του τραπεζικού κλάδου, επισημαίνοντας ότι έχει πάψει από το 2010 και μετά να χρηματοδοτεί την οικονομία και παρέχει δάνεια με πολύ υψηλά επιτόκια, που είναι, για παράδειγμα, διπλάσια από τα αντίστοιχα στην Πορτογαλία για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τονίζεται ότι «υποφέρουν όχι μόνο από υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με άλλες χώρες, αλλά και από χαμηλότερη παροχή νέου δανεισμού προς αυτές».

Η κύρια αιτία για την ελλιπή χρηματοδότηση της οικονομίας, όπως τονίζεται στην έκθεση, είναι τα προβληματικά δάνεια. «Το βασικό πρόβλημα με τις τράπεζες, και πηγή πολλών άλλων δυσχερειών (δυσκολία στον δανεισμό προς νέες επιχειρήσεις, αργή ψηφιοποίηση, δανεισμός σε επιχειρήσεις “ζόμπι”) είναι τα προβληματικά δάνεια», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Φθάνοντας στο δια ταύτα, η επιτροπή σχολιάζει εν συντομία τις στρατηγικές που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν για να μειωθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και... βγάζει οφσάιντ τις προτάσεις Στουρνάρα:

  • Η Επιτροπή απορρίπτει μια στρατηγική σταδιακής επίλυσης του προβλήματος σε βάθος 3-5 χρόνων, τονίζοντας ότι η στρατηγική αυτή περιορίζει τις άμεσες ανάγκες για νέα κεφάλαια, αλλά παρατείνει τα υπάρχοντα προβλήματα.
  • «Μια δεύτερη στρατηγική, την οποία θεωρούμε καλύτερη», τονίζεται στην έκθεση, «είναι να λυθεί το πρόβλημα πιο άμεσα, είτε μέσω της δημιουργίας «κακής τράπεζας» (bad bank) και της μεταφοράς του συνόλου των προβληματικών δανείων σε αυτή, είτε μέσω άμεσων μαζικών τιτλοποιήσεων ή και πωλήσεων προβληματικών δανείων στην αγορά από κάθε τράπεζα χωριστά. Και στις δυο περιπτώσεις ενδέχεται να προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες».
  • Σε αυτό το σημείο, όμως, η πρόταση για την bad bank επίσης απορρίπτεται, ως πρακτικά ανεφάρμοστη: «Η λύση της "κακής τράπεζας" έχει το πλεονέκτημα ότι διευκολύνει τον συντονισμό μεταξύ των πιστωτών, καθώς όλα τα προβληματικά δάνεια από μια επιχείρηση συγκεντρώνονται κάτω από την ίδια στέγη. Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα, ιδιαίτερα στην πρακτική εφαρμογή. Η δημιουργία της "κακής τράπεζας" θα απαιτήσει μακρές διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα καθώς η κάθε τράπεζα βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο εκκίνησης όσον αφορά τις προβλέψεις. Κατά το διάστημα αυτό, που ενδέχεται να κρατήσει ακόμα και δύο χρόνια, η διαχείριση των προβληματικών δανείων θα υπολειτουργεί. Οι τράπεζες έχουν επίσης προχωρήσει σε σχεδιασμό και υλοποίηση των δικών τους λύσεων η καθεμιά (π.χ. τιτλοποιήσεις), οι οποίες έχουν εγκριθεί από τον SSM, και η ανατροπή των λύσεων αυτών θα έχει κόστος».

Ουσιαστικά, δηλαδή, η Επιτροπή Πισσαρίδη αφήνει να εννοηθεί ότι η πρόταση Στουρνάρα θα οδηγούσε σε περιπέτειες, αφού για μια διετία οι τράπεζες θα συζητούσαν για την εφαρμογή της και δεν θα προχωρούσαν επαρκώς τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, ενώ θα ανατρέπονταν και τα σχέδιά τους για τιτλοποιήσεις και αυτό θα είχε κόστος.

Θεραπεία - σοκ και άγνωστο πού θα βρεθούν νέα κεφάλαια...

Όμως, και η πρόταση που καταθέτει σε πρωτόλεια μορφή η Επιτροπή Πισσαρίδη, ως εναλλακτική της bad bank, παραπέμπει σε θεραπεία - σοκ και έχει προκαλέσει πολλές απορίες στους τραπεζικούς κύκλους.

«Μια εναλλακτική λύση», αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης, «είναι η κάθε τράπεζα ανεξάρτητα να προχωρήσει ταχύτερα στην εξυγίανση του δικού της χαρτοφυλακίου προβληματικών δανείων μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων. Υπό τη λύση αυτή, η κυβέρνηση, σε συνεννόηση με τον SSM, θα πρέπει να επιταχύνει το σημερινό τριετές πρόγραμμα μείωσης των προβληματικών δανείων που έχει εγκριθεί από τον SSM, και να θέσει στις ελληνικές τράπεζες τον δεσμευτικό στόχο ότι τα προβληματικά δάνεια ως προς το σύνολο των δανείων θα πρέπει να μειωθούν σε μονοψήφιο αριθμό στο τέλος του 2021 (ενδεχομένως με κάποια πρόβλεψη παράτασης αν η πανδημία συνεχιστεί και το 2021). Παράλληλα, θα πρέπει να καθιερωθεί σύστημα bonus/malus από την κυβέρνηση και τον SSM για αποκλίσεις από τους στόχους και για διατήρηση επιχειρήσεων «ζόμπι» στο χαρτοφυλάκιό τους. Το σύστημα αυτό μπορεί να βασίζεται, ενδεικτικά, σε ευνοϊκότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση για τράπεζες που ξεπερνούν τους στόχους τους».

Δηλαδή, η Επιτροπή προτείνει μια μορφή θεραπείας - σοκ για τις τράπεζες, με αυστηρή επιτήρηση και πρόστιμα ή επιβραβεύσεις (bonus/malus), και στόχο να μειωθούν μέσα σε 1 - 2 χρόνια τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από το 40% σε μονοψήφιο ποσοστό! Προφανώς, με τέτοια θεραπεία - σοκ οι τράπεζες θα έχαναν τεράστια κεφάλαια, αφού, όπως και η ίδια η Επιτροπή αναφέρει σε άλλο σημείο της έκθεσης, «από τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις προκύπτει ότι για κάθε € 1 δις. προβληματικών δανείων που τιτλοποιούνται, απαιτούνται € 200 εκατ. επιπρόσθετες προβλέψεις και κατ’ επέκταση και κεφάλαια». Αυτό που λείπει από την έκθεση, όπως λένε στην τραπεζική αγορά, είναι μια απάντηση στο απλό ερώτημα: «πού θα βρεθούν τα λεφτά»;

Δηλαδή, πώς θα καλύψουν οι τράπεζες τις τεράστιες απώλειες κεφαλαίων που είναι αναπόφευκτες σε μια τόσο γρήγορη διαδικασία εξυγίανσης χαρτοφυλακίων, τη στιγμή μάλιστα που οι ιδιώτες επενδυτές θα ήταν εντελώς αβέβαιο αν θα συμμετείχαν σε νέες αυξήσεις κεφαλαίου, ενώ οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν ανακεφαλαιοποίηση από το κράτος χωρίς «κούρεμα» πιστωτών - καταθετών.

Πολλοί στην τραπεζική αγορά εκφράζουν την ελπίδα αυτές οι προτάσεις να μην είναι κάτι περισσότερο από μια έκθεση ιδεών που γρήγορα θα ξεχασθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή υιοθετηθούν οι προτάσεις για θεραπεία - σοκ, ο κλάδος θα μπει σε μεγάλη περιπέτεια, όπως τονίζεται χαρακτηριστικά από τραπεζικά στελέχη.