Οικονομία

Άτυπη αξιολόγηση… προθέσεων από τους δανειστές


Συμφωνία της κυβέρνησης με τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς για αλλαγή στόχου πλεονάσματος από το 2021 αν αυξηθεί η ανάπτυξη.

Σε μια άτυπη αξιολόγηση… προθέσεων της νέας κυβέρνησης, πριν την κανονική τέταρτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση του φθινοπώρου, εξελίχθηκε η επίσκεψη των κορυφαίων εκπροσώπων των δανειστών στην Αθήνα, που ήδη έχει οδηγήσει σε μια συμφωνία επί της αρχής για τις βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής, τουλάχιστον ως το τέλος του 2020.

Οι εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, της Κομισιόν και του ΔΝΤ, που βρίσκονται για δεύτερη ημέρα στην Αθήνα για το ετήσιο συνέδριο του Economist δεν περιορίσθηκαν σε τυπικές συναντήσεις με τον πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς, αλλά διερεύνησαν σε αρκετά μεγάλο βάθος τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης, λίγα 24ωρα πριν παρουσιασθούν στη Βουλή οι προγραμματικές δηλώσεις, και σκιαγράφησαν τον οδικό χάρτη που θα μπορούσε να οδηγήσει την κυβέρνηση Μητσοτάκη στον… παράδεισο των μειωμένων δημοσιονομικών στόχων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι διαβουλεύσεις των δύο πλευρών θα συνεχισθούν και σήμερα, με τους εκπροσώπους των δανειστών να καταγράφουν προσεκτικά το σχεδιασμό που παρουσιάζεται από την ελληνική κυβέρνηση για τα σημαντικότερα δημοσιονομικά θέματα και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ουσιαστικά, αυτές τις δύο ημέρες διαμορφώνεται το πλαίσιο διαπραγμάτευσης για το φθινόπωρο, ενώ τα στελέχη των Θεσμών δείχνουν ότι θέλουν να πληροφορηθούν όσα περισσότερα γίνεται για τα σχέδια της νέας κυβέρνησης, πριν περάσουν οι Βρυξέλλες στην περίοδο των θερινών διακοπών.

Η βασική διαβεβαίωση που δόθηκε από ελληνικής πλευράς και ικανοποιεί τους Θεσμούς των δανειστών είναι ότι θα γίνει σεβαστός ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα τόσο το 2019, όσο και στην κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2020, που θα γίνει τον Σεπτέμβριο, σε συνεννόηση με τους δανειστές.

Αυτή η διαβεβαίωση απομακρύνει την κυριότερη ανησυχία που υπήρχε στις Βρυξέλλες, δηλαδή ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα καταβάλει προσπάθεια για να κλείσει όποια κενά μπορεί να υπάρξουν στην εφαρμογή του φετινού προϋπολογισμού και θα επέτρεπε να «καθίσει» το πλεόνασμα χαμηλότερα από το στόχο, επιδιώκοντας εξαρχής να προχωρήσει σε μια πολιτική διαπραγμάτευση για την αλλαγή του.

Επίσης, απομακρύνονται οι φόβοι ότι η κυβέρνηση θα άρχιζε την κατάρτιση του πρώτου της προϋπολογισμού, ανοίγοντας ταυτόχρονα και μια συζήτηση σε επίπεδο Eurogroup για την αλλαγή του δημοσιονομικού στόχου.

Έτσι, διασφαλίζεται ότι οι διαπραγματεύσεις του φθινοπώρου θα γίνουν στο ίδιο πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί από το καλοκαίρι του 2018 και όποιες αλλαγές επιδιώξει η κυβέρνηση σε μέσα πολιτικής (μειώσεις φόρων κ.α.) δεν θα απομακρύνουν την Ελλάδα από όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί ύστερα από την πολύ δύσκολη διαπραγμάτευση του Ιουνίου 2018 για τη διευθέτηση του χρέους.

Με τη δέσμευση ότι δεν θα θέσει άμεσα το θέμα του δημοσιονομικού στόχου, η κυβέρνηση φαίνεται ότι εξασφαλίζει από τους δανειστές δύο «αντιπαροχές»:

  1. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί αποδέχονται να συζητήσουν αλλαγές στα επιμέρους μέτρα πολιτικής που είχαν περιληφθεί στο σχέδιο για τη μεταμνημονιακή επιτήρηση της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει η νέα κυβέρνηση να δώσει το δικό της «χρώμα» στην οικονομική πολιτική και να υλοποιήσει προεκλογικές της δεσμεύσεις. Όλα αυτά, βεβαίως, υπό τον όρο ότι «τα νούμερα βγαίνουν», όπως συνήθιζε να λέει ο Πόουλ Τόμσεν του ΔΝΤ.
  2. Η αλλαγή στους δημοσιονομικούς στόχους, όχι μόνο μεσοπρόθεσμα (πλεόνασμα 3,5% ως το 2022) αλλά και μακροπρόθεσμα (πλεόνασμα πάνω από 2% ως το 2060) αφέθηκε να εννοηθεί ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα από το 2021, εφόσον επιβεβαιωθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα έχουν αυξήσει το μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης, που αποτελεί μια από τις κρισιμότερες παραμέτρους στην εξίσωση της βιωσιμότητας του χρέους. Με άλλα λόγια, αν ο μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης εκτιμηθεί στα τέλη του 2020 ότι έχει ανεβεί πάνω από το 1 - 1,5%, θα είναι και πολύ πιο εύκολο για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να «ψαλιδίσουν» τους στόχους για το πλεόνασμα, αφού δεν θα χρειασθεί να βάλουν πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη για νέες ελαφρύνσεις του ελληνικού χρέους.

Το μήνυμα ότι αλλαγές στο στόχο για το πλεόνασμα μπορούν να γίνουν, αλλά αφού πρώτα αποδείξει η νέα κυβέρνηση ότι μπορεί να πραγματοποιήσει όσα υπόσχεται, πέρασε με αρκετά σαφή τρόπο, μιλώντας στο συνέδριο του Economist, επικεφαλής του Euro Working Group, ο Ολλανδός Χανς Φάιλμπριφ, που έχει καίριο ρόλο στα θέματα της Ελλάδας, όπως είχε και ο προκάτοχός του, Τόμας Βίζερ.

Ο Ολλανδός τεχνοκράτης τόνισε ότι η κυβέρνηση είναι σε καλό δρόμο γιατί δίνει έμφαση στην ανάπτυξη και οι αλλαγές στους στόχους για το πλεόνασμα θα πρέπει να ακολουθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, όχι να συμβεί το ανάποδο. Αυτή η τοποθέτηση, αν και αρνητική σε οποιαδήποτε συζήτηση αυτή την περίοδο για το πλεόνασμα, αφήνει ανοικτό το «παράθυρο» μιας νέας διαπραγμάτευσης στο μέλλον, όταν η κυβέρνηση θα έχει πετύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.