Οικονομία

ΔΝΤ: Πάνω από 200% χρέος και το 2021- Αμφίβολη η βιωσιμότητα


Ανησυχητικές οι προβλέψεις του Ταμείου για τα δημοσιονομικά της Ελλάδας στη νέα έκθεση Fiscal Monitor

Προβλέψεις για το χρέος και τα ελλείμματα που εκ των πραγμάτων θέτουν σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους περιέχει η νέα έκθεση Fiscal Monitor του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που διαπιστώνει τη μεγάλη ανατροπή στις διεθνείς δημοσιονομικές συνθήκες λόγω της πανδημίας, καθώς οι κυβερνήσεις έχουν δαπανήσει ήδη περισσότερα από 12 τρισ. δολ. για μέτρα στήριξης και το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να εκτιναχθεί στο 100% του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις για την Ελλάδα είναι άκρως ανησυχητικές, καθώς εκτιμάται ότι για μια διετία (2020 - 2021) το χρέος θα εκτιναχθεί πάνω από το 200% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, το χρέος προβλέπεται ότι θα κάνει άλμα από 180,9% το 2019 σε 205,2% του ΑΕΠ το 2020 και θα παραμείνει στο 200,5% το 2021, ενώ θα αρχίσει να μειώνεται σημαντικά από το 2022, στο 187,3% και η μείωση θα συνεχισθεί τα επόμενα χρόνια. Αυτές οι προβλέψεις φέρνουν το χρέος πολύ μακριά από τις εκτιμήσεις που ενσωματώνονταν στις εκθέσεις βιωσιμότητας του Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο ως το τέλος της δεκαετίας.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα του προϋπολογισμού επιδεινώνεται δραματικά φέτος, καθώς εκτιμάται ότι από πλεόνασμα 3,5% το 2019 θα διαμορφωθεί σε έλλειμμα 6%. Το 2021 το Ταμείο εκτιμά ότι το έλλειμμα θα πέσει στο μηδέν, αν και η κυβέρνηση αναγνωρίζει στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ότι ενδέχεται να είναι υψηλότερο (στο 0,5% του ΑΕΠ). Το έλλειμα της γενικής κυβέρνησης θα εκτιναχθεί στο 9% φέτος, έναντι πλεονάσματος 0,6% του ΑΕΠ το 2019 και θα υποχωρήσει στο 3% το 2021 και στο 1,5% το 2022.

Οι νέες προβλέψεις του Ταμείου προκαλούν εύλογη ανησυχία για τα ευρήματα της επόμενης έκθεσης για τη βιωσιμότητα του χρέους, που έχει ανακοινωθεί ότι θα καταρτισθεί το 2021, στο πλαίσιο της επόμενης έκθεσης ελέγχου με βάση το άρθρο IV του καταστατικού του. Με εξαίρεση, ίσως, το κόστος δανεισμού, που είναι πλέον αρκετά χαμηλό, όλες οι υπόλοιπες παράμετροι της ανάλυσης βιωσιμότητας, από το απόλυτο ύψους του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, ως τα πρωτογενή πλεονάσματα και το μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης, που το Ταμείο επιμένει ότι δεν ξεπερνά το 1%, δεν δικαιολογούν αισιοδοξία ότι το Ταμείο θα επαναλάβει την εκτίμησή του, πως το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο ως και τις αρχές της δεκαετίας του 2030, χωρίς άλλες ελαφρύνσεις από τους Ευρωπαίους. Έτσι, η πανδημία είναι πολύ πιθανό να γίνει η αφορμή για το άνοιγμα εκ νέου της γνωστής από το παρελθόν και δυσάρεστης για όλες τις πλευρές συζήτησης για το αν και σε ποιο βαθμό θα χρειασθεί να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του χρέους με ελαφρύνσεις από τους Ευρωπαίους και πρόσθετα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα.

Εκτίναξη χρέους 

Στο διεθνή ορίζοντα, το Ταμείο επιβεβαιώνει ότι το χρέος έχει εκτιναχθεί στα ύψη λόγω της πανδημίας, φθάνοντας το 100% του ΑΕΠ, από 83% το 2019. Η σημαντική αύξηση του πρωτογενούς ελλείμματος και η απότομη συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, κατά 4,7%, είναι οι κύριοι παράγοντες αυτής της εξέλιξης. Όμως, όπως υπογραμμίζεται, το 2020 είναι ένα ιδιαίτερο έτος όσον αφορά το χρέος, το οποίο αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο περίπου 100% του ΑΕΠ έως το 2025, χάρη στα πολύ χαμηλά επιτόκια. Συνεπώς, αυτά τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους δεν συνιστοούν άμεσο κίνδυνο. Βραχυπρόθεσμη προτεραιότητα είναι η αποφυγή πρόωρης ανάκλησης της δημοσιονομικής στήριξης. Υποστήριξη θα απαιτηθεί και το 2021, για τη διατήρηση της ανάκαμψης και των περιορισμό των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στην οικονομία.

Το Ταμείο τάσσεται υπέρ των δημόσιων επενδύσεων, τονίζοντας ότι οι νέες επενδύσεις στην υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική στέγαση, την ψηφιοποίηση, την προστασία του περιβάλλοντος θα θέσουν τη βάση για μια πιο ανθεκτική και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία. Εκτιμάται πως οι δημόσιες επενδύσεις έχουν πολύ σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, καθώς υπολογίζεται ότι για κάθε 1% του ΑΕΠ δημόσιας επένδυσης στις ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες, η αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να φθάνει και τις 2,7 μονάδες, ενώ τονώνεται κατά 10% η ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα και δημιουργούνται άμεσα και έμμεσα 20 - 33 εκατ. θέσεις εργασίας.

Διαβάστε επίσης