Τράπεζες

Η ώρα της αλήθειας για τις τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής»


Έρχεται η πρώτη αίτηση για κρατικές εγγυήσεις και αποφασίζει η ΕΚΤ για το... λογαριασμό της κεφαλαιακής επιβάρυνσης

Πλησιάζει η ώρα της αλήθειας για τις τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής», δηλαδή για τον υπολογισμό του πραγματικού οφέλους που θα έχουν οι τράπεζες, καθώς το αργότερο την επόμενη εβδομάδα κατατίθεται στο υπουργείο Οικονομικών η πρώτη ένταξη υπαγωγής στο σχέδιο και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για να αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ποια θα είναι η εποπτική μεταχείριση των τίτλων που θα εκδοθούν με την εγγύηση του Δημοσίου.

Ειδικότερα, η Eurobank αναμένεται να ζητήσει την ένταξη του σχεδίου τιτλοποίησης Cairo στο πρόγραμμα παροχής κρατικών εγγυήσεων. Το σχέδιο αυτό, που θα καλύψει δάνεια συνολικής αξίας 7,5 δισ. ευρώ, είναι το πλέον ώριμο αυτή τη στιγμή στο τραπεζικό σύστημα και αναμένεται να ακολουθήσει το μεγάλο σχέδιο Galaxy της Alpha Bank, που θα καλύψει δάνεια αξίας 12 δισ. ευρώ.

Για το σχέδιο της Eurobank, που από όλες τις απόψεις καλύπτει τις απαιτήσεις του νόμου για το σχέδιο «Ηρακλής», αναμένεται το αργότερο στα τέλη του επόμενου μήνα να έχει εκδοθεί η υπουργική απόφαση για την παροχή των κρατικών εγγυήσεων στα δάνεια της κορυφαίας βαθμίδας του σχεδίου (senior). Αμέσως μετά, η σκυτάλη περνά στην Φρανκφούρτη, από την οποία θα κριθεί τελικά πόσο μεγάλο θα είναι, μέσα στο 2020, το κεφαλαιακό «χτύπημα» που θα υποστεί όχι μόνο η Eurobank, αλλά όλες οι ελληνικές τράπεζες που θα ενταχθούν στο σχέδιο «Ηρακλής».

Το πρόβλημα που δεν έχει λυθεί ακόμη αφορά το αν θα επιτρέψει η ΕΚΤ να γίνονται δεκτοί οι τίτλοι με κρατική εγγύηση, οι οποίοι θα μείνουν στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών (οι υπόλοιποι θα πωληθούν σε funds), ως τίτλοι με μηδενική στάθμιση κινδύνου, δηλαδή ως τίτλοι για τους οποίους οι τράπεζες, επειδή θεωρούνται «ασφαλείς», δεν χρειάζεται να κρατούν στην άκρη πρόσθετα κεφάλαια.

Το θέμα αυτό δεν έχει διευθετηθεί οριστικά, παρότι η κυβέρνηση το συζήτησε ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο (στη συνάντηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με την Κριστίν Λαγκάρντ) και παρά το γεγονός ότι από το υπουργείο Οικονομικών μεταδιδόταν εξαρχής αισιοδοξία ότι τελικά οι τίτλοι θα αξιολογηθούν ως τίτλοι μηδενικού κινδύνου.

Μάλιστα, η κυβέρνηση, για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το νομικό πλαίσιο των παρεχόμενων εγγυήσεων προνόησε στο νόμο για το σχέδιο «Ηρακλής» να προβλέψει ότι ουσιαστικά το Δημόσιο θα έχει θέση πρωτοφειλέτη, ώστε να μη χρειασθεί να ακολουθηθεί η χρονοβόρα διαδικασία πληρωμής εγγυήσεων από καταπτώσεις, που ακόμη και σήμερα έχει αφήσει μεγάλες οφειλές στις τράπεζες από το Δημόσιο.

Παρ' όλα αυτά, η πλευρά της ΕΚΤ φέρεται να επιμένει ότι, αφού η Ελλάδα δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας από τους αναγνωρισμένους οίκους, όπως έχει η Ιταλία που εφάρμοσε αντίστοιχο πρόγραμμα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι παρεχόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήσεις κατατάσσουν τους τίτλους στην κατηγορία μηδενικής στάθμισης κινδύνους (zero risk weight).

Η ΕΚΤ είχε ζητήσει, ήδη από την εποχή της πρώτης επεξεργασίας του σχεδίου, επί ημερών Τσακαλώτου, να υπάρξει μια διεύρυνση/επαύξηση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, ενδεχομένως με δέσμευση μετρητών από το «μαξιλάρι» του υπουργείου Οικονομικών, τα οποία θα αποδεσμεύονταν αμέσως μόλις η Ελλάδα έφθανε στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων. Όμως, τόσο η σημερινή κυβέρνηση, όσο και η προηγούμενη, για νομικούς και πολιτικούς λόγους θεώρησαν απαράδεκτη αυτή την ενίσχυση των εγγυήσεων.

Με αυτά τα δεδομένα, το πιθανότερο σενάριο λέει ότι η ΕΚΤ θα αποφασίσει τελικά να μην κατατάσσονται οι senior τίτλοι του σχεδίου «Ηρακλής» στην κατηγορία μηδενικού κινδύνου, αλλά ένα μέρος τους να συνεχίσει να υπολογίζεται στο σταθμισμένο ενεργητικό των τραπεζών, προκαλώντας αντίστοιχη επιβάρυνση στα κεφάλαια. Το πόσο μεγάλη θα είναι αυτή η επιβάρυνση θα εξαρτηθεί από το συντελεστή που θα επιβάλει η ΕΚΤ για τον υπολογισμό, δηλαδή αν θα προστίθενται στο σταθμισμένο ενεργητικό το 10%, το 20%, ή ακόμη και το 30%. Ανάλογα με τις αποφάσεις της ΕΚΤ, εκτιμάται ότι η κεφαλαιακή επιβάρυνση για το σύνολο των τιτλοποιήσεων θα μπορούσε να ξεπεράσει και το 1 δισ. ευρώ.

Παρήγορο για τις τράπεζες είναι ότι η επιβάρυνση αυτή θα είναι προσωρινού χαρακτήρα και θα αντιστραφεί, εκτός σοβαρού απροόπτου, στους ισολογισμούς του 2021, όταν πια η Ελλάδα θα έχει περάσει στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης. Όμως, η αβεβαιότητα που έχει γεννήσει αυτό το θέμα έχει άμεση επίδραση στην επενδυτική συμπεριφορά των ξένων διαχειριστών κεφαλαίων, οι οποίοι αποφεύγουν να αυξήσουν θέσεις, ή ρευστοποιούν θέσεις σε τραπεζικές μετοχές μέχρι να υπάρξει επαρκής ορατότητα για τις αποφάσεις της ΕΚΤ.