ΕΥΖην

"Παιχνίδι με τη φωτιά", "The Captain" και η Τζούλια Ρόμπερτς σε έναν ασυνήθιστο ρόλο (trailers)


Το πολυσυζητημένο και πολυδιαφημισμένο δράμα του Νοτιοκορεάτη Λι Τσανγκ-ντογκ «Το Παιχνίδι με τη Φωτιά», η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γερμανική ιστορική περιπέτεια «Η Στολή του Λοχαγού», το καλοφτιαγμένο οικογενειακό δράμα «Η Επιστροφή του Μπεν», με την Τζούλια Ρόμπερτς και το αδιάφορο φιλμ τρόμου «Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο», μαζί με δύο συμπαθέστατα και ευγενικών προθέσεων ντοκιμαντέρ, είναι οι ταινίες που βγαίνουν απόψε στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Παράλληλα, συνεχίζουν οι επιτυχίες που βγήκαν τις προηγούμενες εβδομάδες και που έχουν πάρει μια καλή πορεία και εισπρακτικά.

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά» («Burning»)

Δραματική ταινία μυστηρίου, νοτιοκορεάτικης παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Λι Τσανγκ-ντογκ, με τους Στίβεν Γιούν, Γιου Αχ-ιν, Τζουν Τζονγκ-σέο.

Η πολυδιαφημισμένη τελευταία ταινία του Νοτιοκορεάτη Λι Τσανγκ-ντογκ («Poetry»), η οποία υμνήθηκε από την παγκόσμια κριτική ως ένα «αριστούργημα», «η καλύτερη ταινία της χρονιάς», έλαβε το βραβείο FIPRESCI (Διεθνής Ομοσπονδία Κριτικών) και έχει μπει στην τελική λίστα για τις Υποψηφιότητες του Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, κατέφτασε στην Ελλάδα και σίγουρα θα τραβήξει την προσοχή των σινεφίλ, που αναζητούν κάτι διαφορετικό από τις συμβατικές παραγωγές.

Δικαιολογεί όλο αυτό τον θόρυβο «Το Παιχνίδι με τη Φωτιά»; Μάλλον, όχι. Πρόκειται σίγουρα για ένα φιλμ που παρουσιάζει πολύπλευρο ενδιαφέρον, που βάζει φωτιά στο τελευταίο μισάωρο, που θα δημιουργήσει συζητήσεις, αλλά μάλλον πλατειάζει και περνά κοντά δυο ώρες προσπαθώντας να ανάψει το φιτίλι για να πυροδοτήσει τη συγκίνηση του θεατή. Αν μια ταινία δεν βάλει φωτιά, δεν κάνει τον θεατή από την πρώτη στιγμή, άντε, το πρώτο τέταρτο, να αρχίσει να παραμιλά, δεν μπορεί να λογίζεται για κάτι εξαιρετικό. Πόσω μάλλον όταν αυτό έρχεται μετά από κοντά δυο ώρες προβολής (η διάρκεια της ταινίας είναι 145 λεπτά).

Εδώ, ο σκηνοθέτης εμπνέεται από ένα διήγημα του κορυφαίου Ιάπωνα συγγραφέα Χαρίκι Μουρακάμι, για να στήσει πάνω στις τρεις κεντρικές φιγούρες της ταινίας του, ένα μυστήριο, με ανεξήγητα περιστατικά, παίζοντας με την πραγματικότητα και το φανταστικό, τις εμμονές, τα ψυχολογικά αδιέξοδα, τον έρωτα και τη ζήλια. Κάποια στιγμή ο κεντρικός του ήρωας λέει ότι «η ζωή είναι ένα αίνιγμα». Ε, η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μια συρραφή αινιγμάτων, που μετά βίας απαντώνται από τον σκηνοθέτη.

Βεβαίως ο Λι Τσανγκ-ντογκ ταυτόχρονα σχολιάζει εύστοχα αρκετά ζητήματα της σύγχρονης Νότιας Κορέας, αλλά και του σύγχρονου κόσμου, όπως τις ταξικές ανισότητες (απ’ τη μία μια γενιά με πολυτελή πανάκριβα αυτοκίνητα και σπίτια, ζωή χαρισάμενη και απ’ την άλλη, σαραβαλάκια, τενεκεδομαχαλάδες και πολλά φτηνά εργατικά χέρια) αλλά και προπαγάνδα απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Κάποια στιγμή η ηρωίδα της ταινίας λέει ότι υπάρχει ο μικρός λιμός, δηλαδή η πείνα των ανθρώπων και ο μεγάλος λιμός, δηλαδή, η αναζήτηση των ανθρώπων για το νόημα της ζωής. Και φυσικά ο σκηνοθέτης στέκεται στο μεγάλο λιμό, μια υπαρξιακή αγωνία που σήμερα απασχολεί όλο και λιγότερους μπροστά στο μικρό λιμό, αλλά και ταυτόχρονα στον αντίποδα, εκεί που περισσεύουν τα πλούτη και ο καταναλωτισμός.

Σίγουρα, ο Λι Τσανγκ-ντογκ, με την τελευταία του ταινία, θα προκαλέσει πολλές συζητήσεις (όπως έγινε εκεί που έχει ήδη προβληθεί) κι αυτό δεν είναι λίγο. Πάντως, η αποθέωσή του είναι υπερβολική και αυτό θα το αποδείξει ο χρόνος.

Ο Γιόνγκσου έχασε μόλις τη δουλειά του, ενώ ο πατέρας του βρίσκεται στη φυλακή με την κατηγορία της βιαιοπραγίας και της αντίστασης κατά της αρχής. Τυχαία θα συναντήσει τη Χάεμι, ένα κορίτσι που έμενε κάποτε στη γειτονιά του. Εκείνη του ζητάει να προσέχει τη γάτα της όσο θα λείπει σε ταξίδι στην Αφρική. Με την επιστροφή της, συστήνει στο Γιόνγκσου ένα μυστηριώδη νεαρό άντρα με το όνομα Μπεν, που γνώρισε στην Αφρική. Ο Μπεν μιλάει στο Γιόνγκσου για τις περίεργες συνήθειες του, ο έρωτας και η εμμονή του Γιόνγκσου για τη Χάεμι μεγαλώνει και η πραγματικότητα δεν είναι πια ευδιάκριτη.

«Η Στολή του Λοχαγού» («The Captain»)

Δραματική ιστορική περιπέτεια, γερμανικής –και γαλλικής, πολωνικής- παραγωγής του 2017, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Σβένκε, με τους Μαξ Χουμπάχερ, Φρέντεριχ Λάου, Μιλάν Πεσέλ, Αλεξάντερ Φέλινγκ κα.

Πριν δυο εβδομάδες είδαμε το «Vice» που μας υπενθύμιζε γεγονότα από την πρόσφατη αμερικανική ιστορία και που κατακεραύνωνε το αμερικανικό σύστημα εξουσίας, αλλά και το «μέσο Αμερικανό». Τώρα μας έρχεται από τη Γερμανία κάτι αντίστοιχο, ίσως πιο άγριο, πιο φρικώδες καθώς η ιστορία πάει λίγο πιο πίσω και συγκεκριμένα στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι ναζί άρχισαν να νιώθουν στο πετσί τους τη διαφαινόμενη ήττα και πολλά φανταράκια τους είχαν αρχίσει να λιποτακτούν.

Ο Ρόμπερτ Σβένκε καταπιάνεται με μια αληθινή όσο και απίστευτη ιστορία ενός νεαρού στρατιώτη, που την έχει κοπανήσει από τη μονάδα του, κατατρομαγμένος τόσο από την επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων όσο και από την απάνθρωπη σκληράδα των ναζιστών και φορώντας τη στολή ενός αξιωματικού μεταμορφώνεται σε μια βραδιά σε έναν χασάπη, ένα απ’ τα πολλά τέρατα που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα.

Ο Σβένκε αναδεικνύει την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και πόσο εύκολα μπορεί να μεταμορφωθεί ένα αθώο παιδί, δίνοντάς του εξουσία, σε ένα τέρας. Παράλληλα, στη δύναμη της στολής, κάτι που δεν είναι τυχαίο ότι τη χρησιμοποιούν όλες οι οργανώσεις μίσους για να πετύχουν τους στόχους τους. Ωστόσο, δεν μένει μόνο σε αυτό, αλλά βάζει στο στόχαστρό του και τη λιγούρα τους για το χρήμα και τον πλούτο, κάτι που δένει άψογα με τις ιδεολογίες μίσους γενικώς (πχ ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός).

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το τέρας με τη στολή, ένα σχεδόν αμούστακο παιδαρέλι, το ακολουθούν τελικά και στρατιώτες που είχαν τις επιφυλάξεις τους για τις φρικαλεότητες των ναζιστών, ενώ οι αξιωματικοί, ακόμη και ανώτεροί του τού κάνουν υποκλίσεις μπροστά στις απάνθρωπες τακτικές του. Και όλα αυτά σε ένα σκηνικό που μοιάζει δυστοπικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σβένκε κινηματογραφεί σε ασπρόμαυρο, ένα παγωμένο ξερό φυσικό τοπίο, λασπερό, σκοτεινό, γκρίζο, μια πραγματική παγωμένη κόλαση.

Η ταινία του Σβένκε, σίγουρα δεν είναι κάτι το εξαιρετικό, καθώς έχει τα προβλήματά της στην αφήγηση, στιγμές αμηχανίας και ορισμένα στοιχεία που απέχουν από την αληθοφάνεια, αλλά σίγουρα έχει τρομερό ενδιαφέρον, όχι μόνο για το πως μπόρεσε να εξαπλωθεί ο ναζισμός, αλλά και για το πως μπορεί να επιστρέψει. Ένα μείζον ζήτημα, απ’ ότι φαίνεται για κάποιους Γερμανούς, που δεν μπορούν να αντέξουν την αδιαφορία, την ανοχή ή ακόμη και τη συμπάθεια σχετικών φαινομένων απ’ τους συμπατριώτες τους...

Λίγο πριν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ήττα της Γερμανίας να θεωρείται πλέον δεδομένη, πολλοί στρατιώτες των Ναζί λιποτακτούν, καθώς δεν θέλουν να σκοτωθούν σε κάποια από τις τελευταίες μάχες κι ενώ οι ναζί τους κυνηγούν για να τους εκτελέσουν. Ένας νεαρός Γερμανός στρατιώτης , δύο εβδομάδες πριν το τέλος του πολέμου, το μόνο που θέλει είναι να καταφέρει να παραμείνει ζωντανός και όχι να επιστρέψει στο λόχο του και να πολεμήσει με τους συμπολεμιστές του. Ενώ, όμως, τρέχει να διαφύγει, βρίσκει, μέσα στο εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο ενός αξιωματικού, μια βαλίτσα με το παλτό, τη στολή και ένα ζευγάρι παπούτσια κάποιου λοχαγού. Σε μια ύστατη προσπάθειά του να ζεσταθεί, φοράει τη στολή και το παλτό του λοχαγού και, ως δια μαγείας, μεταμορφώνεται στον απόλυτο σωσία του λοχαγού, όχι μόνο εμφανισιακά, αλλά και ως προς την τερατώδη προσωπικότητά του...

«Η Επιστροφή του Μπεν» («Ben is Back»)

Δραματική ταινία, αμερικανικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Πίτερ Χέτζες, με τους Τζούλια Ρόμπερτς, Λούκας Χέτζες, Κόρτνεϊ Βανς, Κάθλιν Νιούτον, Αλεσάντρα Παρκ.

Οικογενειακό δράμα, με την Τζούλια Ρόμπερτς να μοιράζει χαρτομάντιλα σε αυτή την φροντισμένη παραγωγή, που σκηνοθέτησε με επάρκεια, αλλά χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, ο Πίτερ Χέτζες.

Μια ταινία που τοποθετεί την ιστορία της στην περίοδο των Χριστουγέννων, όπου μια τυπική αμερικανική οικογένεια αναστατώνεται από την επιστροφή του «άσωτου υιού», μπλεγμένου με τα ναρκωτικά.

Κι ενώ η οικογένεια, με την υποκριτική της στάση, δεν καλοβλέπει αυτή την επιστροφή, η μάνα Ρόμπερτς θα ανοίξει την αγκαλιά της, ακόμη και αν χρειάζεται να βάλει δυναμίτη στα θεμέλια του σπιτιού της. Όσον αφορά το σοβαρό πρόβλημα των ναρκωτικών, ο Χέτζες το αντιμετωπίζει με προσοχή, μελετημένα, με αρκετές δόσεις ρεαλισμού.

O 19χρονος Μπεν γυρίζει απροσδόκητα στο πατρικό του σπίτι το πρωί της Παραμονής των Χριστουγέννων. Η μητέρα του, Χόλι, ανακουφίζεται με την επιστροφή του και τον υποδέχεται εγκάρδια, αλλά ανησυχεί για το εάν είναι όντως αποφασισμένος, όπως υποστηρίζει, να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά. Ένα κρίσιμο 24ωρο ξεκινάει, με νέες συνταρακτικές αλήθειες να έρχονται στο φως, και την αγάπη της μητέρας για τον γιο της να δοκιμάζεται μέσα από σοβαρές προκλήσεις, τις οποίες πασχίζει να πολεμήσει κάνοντας τα αδύνατα δυνατά.

«Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο» («The Night Eats the World»)

Το βράδυ που έφαγε τον κόσμο

Ταινία φαντασίας και τρόμου, γαλλικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Ντομινίκ Ροσέρ, με τους Άντερς Ντάνιελσεν Λι, Γκολσιφτέ Φαραχανί, Ντενίς Λαβάν κα.

Ταινία τρόμου, με τα ζόμπι να κυριεύουν το Παρίσι και μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να κάνει ένα σχόλιο για τη μοναξιά, αλλά κι ενός κόσμου που πάει κατά διαόλου. Αλλά αυτή η προσπάθεια του Ροσέρ μάλλον δεν φτάνει στον προορισμό της, καθώς αναλώνεται σε κλισέ και αποτυχημένες εικονογραφήσεις που έχουμε δει και ξαναδεί.

Απ’ την άλλη, το φιλμ, που έχει ως σκηνικό μια ερημωμένη πολυκατοικία του Παρισιού, θα απογοητεύσει και τους φαν του είδους από την έλλειψη δράσης, αλλά και του απαραίτητου σπλάτερ, για αυτού του είδους ταινίες. Πρωταγωνιστεί ο άχρωμος Άντερς Ντάνιελσεν Λι, ενώ μια μικρή εμφάνιση κάνει και η Γκολσιφτέ Φαραχανί.

Ξυπνώντας σε κάποιο διαμέρισμα μετά από ένα ξέφρενο πάρτυ, ένας νεαρός έρχεται αντιμέτωπος με μια φριχτή πραγματικότητα: Ένας στρατός από ζόμπι έχει εισβάλλει στους δρόμους του Παρισιού και εκείνος είναι ο μοναδικός επιζών. Τρομοκρατημένος, κλείνεται μέσα στο κτίριο και οργανώνει την επιβίωσή του. Αναρωτιέται πόσο καιρό μπορεί να αντέξει στη σιωπή και στη μοναξιά και η απάντηση έρχεται όταν ανακαλύπτει ότι τελικά δεν είναι μόνος.

«Στο Σώμα της»

Ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία Ζαχαρία Μαυροειδή.

Συμπαθέστατο και αν μη τι άλλο χρήσιμο ντοκιμαντέρ του Ζαχαρία Μαυροειδή, για μια Ελλάδα που αντιστέκεται στη στρεβλή εξέλιξη, στις μαϊμού συμπεριφορές και κυρίως στην τρέλα του τουρισμού. Μια ταινία, ευγενικών προθέσεων, που γλυκαίνει την ψυχή, βλέποντας φυσιολογικούς απλούς ανθρώπους στην καθημερινότητά τους.

Κάθε χρόνο, στις 31 Ιουλίου, οι τελευταίοι εναπομείναντες «δεκαπεντάρηδες» επιστρέφουν στα κελιά της ανενεργής Μονής της Κοίμησης, στο νότιο άκρο της Θηρασιάς. Για δύο βδομάδες προσεύχονται υπέρ αναπαύσεως των νεκρών και υπέρ υγείας των ζωντανών προετοιμάζοντας παράλληλα τη Μονή για την γιορτή του Δεκαπενταύγουστου. Τον υπόλοιπο χρόνο αναπολούν το παρελθόν αγναντεύοντας την κοσμοπολίτικη Σαντορίνη στην άλλη μεριά του ηφαιστείου.

«Η Ιστορία της Ζιγιάν» («Jiyan’s story»)

Η ιστορία της Ζιγιάν

Ντοκιμαντέρ τουρκικής, ελληνικής παραγωγής του 2018, σε σκηνοθεσία του Χαλούκ Ουνάλ.

Ντοκιμαντέρ για τη συγκλονιστική ιστορία των γυναικών που αντιστάθηκαν στην πολιορκία του ISIS στο Κομπάνι της βόρειας Συρίας, μέσα από την αφήγηση της Ζιγιάν, διοικήτριας στο αρχηγείο του YPJ (Μονάδες Προστασίας Γυναικών). Η ταινία, γυρίστηκε στη Βόρεια Συρία, μεταξύ Δεκεμβρίου 2014 και Ιουλίου 2015, ενώ το τεχνικό μέρος της ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα.

Με πληροφορίες από το ΑΜΠΕ

Διαβάστε επίσης