Τράπεζες

«Πρέσινγκ» Στουρνάρα στην κυβέρνηση για τα «κόκκινα» δάνεια


Τη χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών και την αρνητική πιστωτική επέκταση επικαλείται ο διοικητής της ΤτΕ για να προωθήσει το σχέδιό του.

Διακριτική, αλλά έντονη πίεση στην κυβέρνηση να υιοθετήσει και να προωθήσει στις Βρυξέλλες το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος για τα «κόκκινα» δάνεια, ασκεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, καθώς το σχέδιό του, αν και δεν έχει απορριφθεί από τον υπουργό Οικονομικών, Χρήστο Σταϊκούρα, παραμένει «κολλημένο», κυρίως εξαιτίας αντιδράσεων από ορισμένες συστημικές τράπεζες.

Σε προηγούμενες, τακτικές εκθέσεις της ΤτΕ για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είχε παρουσιασθεί, αρχικά, το σχέδιο της κεντρικής τράπεζας για ταυτόχρονη μείωση προβληματικών δανείων και αναβαλλόμενης φορολογίας στα κεφάλαια των τραπεζών και είχε τονισθεί, στη συνέχεια, η ανάγκη να υιοθετηθεί αυτό το σχέδιο από την κυβέρνηση, ενώ ο Γ. Στουρνάρας, σε επανειλημμένες δημόσιες τοποθετήσεις του, έχει τονίσει ότι το σχέδιο «Ηρακλής» δεν αρκετό για να λυθεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ζητώντας να εφαρμοσθεί συμπληρωματικά και το δικό του σχέδιο.

Στην τελευταία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, ο κ. Στουρνάρας υιοθετεί μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση στην τακτική του για την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση, ώστε να τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιό του. Αποφεύγει να αναφερθεί στο ίδιο το σχέδιο, που έχει προκαλέσει αντιδράσεις ορισμένων τραπεζών, με τις οποίες ευθυγραμμίζεται και ο αρμόδιος υφυπουργός Οικονομικών, Γιώργος Ζαββός, αλλά προχωρά σε... πλαγιοκόπηση, επισημαίνοντας ότι χρειάζεται «ολιστική» αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων για να μην «βαλτώσει» η κερδοφορία των τραπεζών, κάτι που παραπέμπει σε παράλληλη ενεργοποίηση του σχεδίου «Ηρακλής» και του σχεδίου της ΤτΕ.

«Ολιστική προσέγγιση»

«Η ανάληψη προληπτικής δράσης (σ.σ.: για τα «κόκκινα» δάνεια) αποτελεί βασική προτεραιότητα για την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ο πιστωτικός κίνδυνος σε επίπεδο συστήματος έχει μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, αλλά η περαιτέρω ταχεία αποκλιμάκωση του υφιστάμενου αποθέματος Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) καθίσταται πλέον καθοριστικής σημασίας», υπογραμμίζει ο κ. Στουρνάρας και προσθέτει:

«Η υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης επιβάλλεται προκειμένου οι τράπεζες να προχωρήσουν στον αναγκαίο μετασχηματισμό του επιχειρηματικού τους σχεδίου, την αύξηση της αποδοτικότητάς τους και συνακόλουθα τη διασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών για τη δημιουργία εσωτερικού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν καθολικά οι αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος».

Σε άλλη μια αναφορά, που «φωτογραφίζει» την επιτακτική ανάγκη να υιοθετηθεί το σχέδιο της ΤτΕ, το οποίο έχει στόχο να μειώσει όχι μόνο τα προβληματικά δάνεια, αλλά και την αναβαλλόμενη φορολογία στα κεφάλαια των τραπεζών, ο κ. Στουρνάρας δίνει μεγάλη έμφαση στο θέμα της χαμηλής ποιότητας των τραπεζικών κεφαλαίων, που κατά 60%, περίπου, αποτελούνται από αναβαλλόμενη φορολογία.

«Χαμηλή ποιότητα κεφαλαίων»

Όπως σημειώνει ο διοικητής της ΤτΕ, «η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο και το α΄ εξάμηνο του 2019, με το Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) να διαμορφώνεται σε 15,6%.

Ωστόσο, η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων αποτελεί παράμετρο που χρήζει προσοχής, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs)4 υπερβαίνουν σε επίπεδο συστήματος το 60% των Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 τον Ιούνιο του 2019.5

Διευκρινίζεται ότι το υψηλό ποσοστό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα εποπτικά ίδια κεφάλαια των τραπεζών περιορίζει τις δυνατότητές τους να επιταχύνουν την αποκλιμάκωση του αποθέματος ΜΕΔ, καθώς δεν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν το τμήμα αυτό των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων για πιθανή απορρόφηση ζημιών.

Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αντιληπτό ότι τυχόν πρόσθετες εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις λόγω της σταδιακής εφαρμογής του Διεθνούς Πρότυπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9), της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κρίσης (stress test) της επόμενης χρονιάς, καθώς και της εφαρμογής του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας (prudential backstop), θα λειτουργήσουν επιπρόσθετα επιβαρυντικά».

Η μείωση «κόκκινων» θα φέρει τα κέρδη

Στην ειδική μελέτη της ΤτΕ, όπου συσχετίζονται τα προβληματικά δάνεια με τη χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών και εμμέσως υποστηρίζεται το επιχείρημα υπέρ της ενεργοποίησης του σχεδίου της, ταυτόχρονα με το σχέδιο «Ηρακλής», περιγράφεται το πρόβλημα της πολύ χαμηλής κερδοφορίας των τραπεζών και γίνονται υπολογισμοί για την αύξησή της, ανάλογα με την ταχύτημα μείωσης των «κόκκινων» δανείων.

Μεταξύ άλλων, σημειώνεται ότι η κερδοφορία είναι πολύ χαμηλή: «Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών κατά την τελευταία πενταετία, όπως εκφράζεται με το δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) (α΄ εξάμηνο 2019: 2,89%34), υπολείπεται του αντίστοιχου μέσου στην ΕΕ (7%). Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ο δείκτης RoE για τις ελληνικές τράπεζες κινεί ται σε αρνητικό έδαφος (ή περί του μηδενός) για τις περισσότερες τριμηνιαίες παρατηρήσεις από το 2015 μέχρι σήμερα».

Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι μια μείωση των ΜΕΔ των ελληνικών τραπεζών, υποθέτοντας ότι θα επέφερε ισόποση αύξηση των χορηγούμενων δανείων, θα οδηγούσε σε αύξηση στα καθαρά έσοδα από τόκους.

«Η αρνητική σχέση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού με το υψηλό απόθεμα ΜΕΔ, σε συνδυασμό με την τρέχουσα αρνητική πιστωτική επέκταση, διαμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας της κερδοφορίας και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια βελτίωσής της», συνοψίζει ο κ. Στουρνάρας. «Εάν δεν υπάρξει μεταβολή της υφιστάμενης κατάστασης, τα μεγέθη κερδοφορίας των τραπεζών δεν θα μπορέσουν εύκολα να μεταβληθούν δεδομένου του πεπερασμένου περιθωρίου περιστολής του λοιπού λειτουργικού κόστους».

Ειδικότερα, μια μείωση του υπολοίπου των ΜΕΔ από 1% έως 10%, σύμφωνα με τις παραδοχές της μελέτης, θα βελτίωνε τα καθαρά κέρδη προ προβλέψεων και φόρων (Pre Provision Income) των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αθροιστικά από 1,1% έως 11,2%. Παρατηρούμε δηλαδή μία σχεδόν ισόποση επίδραση στην κερδοφορία από την ποσοστιαία μείωση των ΜΕΔ.

Αντίστοιχα, ο δείκτης RoAA (σ.σ.: δείκτης απόδοσης ενεργητικού) θα βελτιώνονταν από 1,8 έως 17,5 μονάδες βάσης σε επίπεδο τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Για τις τέσσερις τράπεζες χωριστά, η βελτίωση της κερδοφορίας (σε όρους καθαρών κερδών προ προβλέψεων και φόρων
και RoAA) κυμαίνεται μεταξύ 0,9% και 14,1% και από 1,2 έως 20,9 μονάδες βάσης αντίστοιχα.

Η πώληση του 1% έως 10%, των ΜΕΔ απελευθερώνει κεφάλαια μέσω της ελάφρυνσης των στοιχείων του σταθμισμένου ενεργητικού (RWΑs) αξίας από 0,51 δισεκ. ευρώ έως 5,2 δισεκ. ευρώ. Η παραδοχή ότι μια ποσοστιαία μείωση των ΜΕΔ ακολουθείται από μια ισόποση αύξηση των χορηγούμενων δανείων μεταφράζεται σε αύξηση των χορηγούμενων δανείων από 0,78 δισεκ. ευρώ έως 7,8 δισεκ. ευρώ, ήτοι μια αύξηση από 0,4% έως 4% αντίστοιχα.