Τράπεζες

Τι θα γίνει με τα δάνεια επιχειρήσεων και ιδιωτών


Οι τράπεζες παρέχουν διευκολύνσεις κατά περίπτωση, χωρίς κανόνες γενικής εφαρμογής

Αναστολή της καταβολής δόσεων κεφαλαίου ως τον Σεπτέμβριο, όχι όμως και των τόκων, προσφέρουν οι τράπεζες στις επιχειρήσεις που έκλεισαν με εντολή της κυβέρνησης ή ανήκουν στη (μεγάλη πια...) ομάδα των πληττόμενων επιχειρήσεων, ενώ για τα δάνεια του retail (καταναλωτικά, στεγαστικά, δάνεια μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών) η διευκόλυνση που προσφέρουν είναι τρίμηνη αναστολή στις πληρωμές τους, δηλαδή συνολικά για τόκους και κεφάλαιο.

Αυτό είναι, με βάση τα σημερινά δεδομένα το «μενού» των διευκολύνσεων από τις τράπεζες, στο πλαίσιο των μέτρων ανακούφισης της οικονομίας από τις συνέπειες της πανδημίας. Όπως το περιέγραψε η διοίκηση της Alpha Bank, παρουσιάζοντας τα οικονομικά αποτελέσματα του 2019,

  • «Μεταξύ των διευκολύνσεων που παρέχονται στους Πελάτες μας προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της πανδημίας, συμπεριλαμβάνεται η αναστολή καταβολής δόσεων κεφαλαίου έως τον Σεπτέμβριο του 2020 για όλες τις Επιχειρήσεις που πλήττονται άμεσα από την κρίση, ενώ αντίστοιχα, για Ιδιώτες, Επαγγελματίες και Μικρές Επιχειρήσεις παρέχεται η δυνατότητα τρίμηνης αναστολής στην αποπληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων».

Την ίδια ακριβώς «γραμμή» ακολουθούν όλες οι τράπεζες, ευθυγραμμιζόμενες με την «καθοδήγηση» που δίνει η Ελληνική Ένωση Τραπεζών, με βάση όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί με το υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως, σε αυτό το γενικό πλαίσιο παροχής διευκολύνσεων υπάρχει μια σοβαρή και κρίσιμη «λεπτομέρεια»: Δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν έχει νομοθετήσει κάποιο μορατόριουμ στις πληρωμές των δανείων, ούτε και παρέχει στις τράπεζες κρατικές εγγυήσεις, όπως κάνουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει σε μεγάλη κλίμακα, επειδή η Ελλάδα είναι βεβαρημένη δημοσιονομικά), οι τράπεζες δεν προσφέρουν κάποια αυτόματη ρύθμιση - ομπρέλα για όλους τους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, αλλά εξετάζουν ξεχωριστά την κάθε περίπτωση.

Κατά περίπτωση ελάφρυνση 

Με άλλα λόγια, για να μη θεωρηθεί ότι ένας δανειολήπτης αθετεί τις πληρωμές του, είναι υποχρεωμένος να επικοινωνήσει με την τράπεζα, να εξηγήσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει (π.χ.: κλειστή επιχείρηση, πληττόμενη επιχείρηση, νοικοκυριό με απότομη μείωση εισοδήματος) και να εγκριθεί από την τράπεζα το προβλεπόμενο κατά περίπτωση μέτρο ελάφρυνσης. Θεωρητικά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο η τράπεζα, εάν κρίνει ότι ο δανειολήπτης μπορεί να εξυπηρετήσει το δάνειό του κανονικά, να αρνηθεί την παροχή διευκόλυνσης, αν και στην πράξη, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, η μεταχείριση των δανειοληπτών είναι ελαστική.

Ειδικά για τις επιχειρήσεις, θέμα πλήρους αναστολής στις πληρωμές δόσεων δεν τίθεται, αφού η κυβέρνηση δεν έχει εξασφαλίσει προς το παρόν τους πόρους που χρειάζονται για να επιδοτήσει τις πληρωμές των τόκων. Έτσι, ακόμη και οι επιχειρήσεις που θα γίνει δεκτό από τις τράπεζες ότι δεν θα πρέπει να πληρώνουν τα χρεολύσια (κεφάλαιο του δανείου), θα είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν κανονικά τους τόκους.

Ενόχληση στο οικονομικό επιτελείο 

Στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης υπάρχει κάποια ενόχληση από το γεγονός ότι η παροχή των μέτρων ανακούφισης από τις τράπεζες προχωρά αργά, αφού απαιτείται κάθε δανειολήπτης να επικοινωνήσει με την τράπεζα. Ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, υπενθύμισε στις τράπεζες ότι έχουν χαλαρώσει αρκετά οι εποπτικοί και λογιστικοί κανόνες από τις ευρωπαϊκές αρχές και οι τράπεζες οφείλουν να εφαρμόσουν όσα έχουν συμφωνήσει με την κυβέρνηση.

Όμως, οι ελληνικές τράπεζες δεν ωφελούνται το ίδιο από αυτή τη χαλάρωση με τις άλλες τράπεζες της ευρωζώνης. Όσον αφορά τους πιο χαλαρούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, την αναστολή των stress tests και την ευελιξία στην υλοποίηση των σχεδίων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι ελληνικές τράπεζες έχουν όλα τα οφέλη που απορρέουν από τις αποφάσεις των αρχών.

Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο για τη λογιστική απεικόνιση και το σχηματισμό προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα δάνεια, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει προσφέρει εγγυήσεις για δάνεια, ούτε έχει κηρύξει μορατόριουμ, κάτι που θέτει σε αμφισβήτηση το αν οι τράπεζες μπορούν να μην κατατάξουν στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια όσα δημιουργούνται τώρα και εντάσσονται στην κατηγορία των δανείων που είναι απίθανο να πληρωθούν, δηλαδή έχουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών.

Όπως σημειώνει σε άρθρο του ο επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, Αντρέ Ενρία, «η εποπτική μας καθοδήγηση επικεντρώθηκε στην παροχή μιας πιο ευέλικτης εφαρμογής της ταξινόμησης των δανειοληπτών που είναι απίθανο να πληρώσουν, όταν οι τράπεζες είναι αποδέκτες ad hoc κρατικών εγγυήσεων ή θεσπίζονται μορατόριουμ. Επιπλέον, τα δάνεια που έχουν κρατικές εγγυήσεις και μετατρέπονται σε μη εξυπηρετούμενα θα τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης όσον αφορά τις απαιτήσεις κάλυψης για περίοδο επτά ετών μετά την επιδείνωση τους».

Αυτές οι προϋποθέσεις δεν ισχύουν για την Ελλάδα, γι' αυτό και οι τράπεζες είναι ιδιαίτερα προσεκτικές ώστε να μην προχωρούν σε ευνοϊκές ρυθμίσεις όταν κρίνουν ότι δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη.