Οικονομία

Διπλό «χτύπημα» Στουρνάρα σε κυβέρνηση, Μητσοτάκη


Ο Διοικητής της ΤτΕ αμφισβητεί τις προβλέψεις της σημερινής κυβέρνησης και σφίγγει τα λουριά στην επόμενη

Την ώρα που η χώρα εισέρχεται επίσημα στην προεκλογική περίοδο, ο Γιάννης Στουρνάρας προχωρά σε ένα διπλό χτύπημα: δημοσιοποιώντας τις νεότερες, δυσοίωνες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για το πλεόνασμα του 2019, ο κεντρικός τραπεζίτης δεν αμφισβητεί μόνο τους υπολογισμούς και τις προβλέψεις της σημερινής κυβέρνησης, αλλά «σφίγγει τα λουριά» και στην επόμενη κυβέρνηση, που θα σχηματισθεί μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου.

Ο κ. Στουρνάρας δεν υιοθετεί μεν τους πιο απαισιόδοξους υπολογισμούς, που έχουν γίνει ανεπίσημα από την Κομισιόν, σύμφωνα με τους οποίους το πλεόνασμα του 2019 θα μειωθεί στο 2,5% του ΑΕΠ, δηλαδή μια μονάδα κάτω από το μεσοπρόθεσμο στόχο (3,5%). Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό συμβαίνει επειδή η Τράπεζα της Ελλάδος είναι λιγότερο απαισιόδοξη για τη δημοσιονομική επίδραση της ρύθμισης των 120 δόσεων. Όμως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κ. Στουρνάρα, στο τέλος του έτους, με βάση την ως τώρα ακολουθούμενη πορεία, μετά και την ενεργοποίηση των μέτρων της 15ης Μαϊου, το πλεόνασμα θα έχει μια απόκλιση 0,6% του ΑΕΠ (1,1 δισ. ευρώ) από το μεσοπρόθεσμο στόχο.

Αυτή η πρόβλεψη του κεντρικού τραπεζίτη δεν εγείρει αμφισβήτηση μόνο στους δημοσιονομικούς υπολογισμούς της σημερινής κυβέρνησης, αλλά θέτει σοβαρούς περιορισμούς και στις κινήσεις της επόμενης κυβέρνησης, την ώρα που τα δύο μεγάλα κόμματα, με πρώτη την προπορευόμενη στις δημοσκοπήσεις Νέα Δημοκρατία, προχωρούν σε εξαγγελίες για μεγάλες ελαφρύνσεις φόρων, ενώ είναι γνωστό ότι όποιο κόμμα και αν επικρατήσει στις εκλογές θα έχει μπροστά του ένα πολύ δύσκολο φθινοπωρινό έλεγχο για την εκπλήρωση των δημοσιονομικών στόχων, βάσει του Προγράμματος Σταθερότητας.

Στη σημερινή του ομιλία σε επενδυτικό συνέδριο, ο κ. Στουρνάρας πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ, χαρακτηρίζοντας ως «μη εφικτό» το στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%. Παράλληλα, ο διοικητής της ΤτΕ επανέφερε στη δημόσια συζήτηση το θέμα των υψηλών στόχων για το πλεόνασμα ως το 2022, τονίζοντας ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα επιβαρύνουν την ανάπτυξη της οικονομίας.

«Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης, από έλλειμμα ύψους 15,1% του ΑΕΠ το 2009, κατέγραψε, για τρίτη χρονιά, πλεόνασμα το 2018 (1,1% του ΑΕΠ). Το πρωτογενές αποτέλεσμα ως ποσοστό του ΑΕΠ (δηλ. το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης χωρίς τις δαπάνες για τόκους) έχει βελτιωθεί κατά περισσότερο από 14 ποσοστιαίες μονάδες από το 2009 (τότε ήταν έλλειμμα 10,1% του ΑΕΠ), και καταγράφει πλεόνασμα τα 3 τελευταία χρόνια. Το 2018, το πρωτογενές αποτέλεσμα (σε όρους ενισχυμένης εποπτείας) διαμορφώθηκε στο 4,3% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ.

Για το 2019 η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ».

Επιπλέον, ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι «η μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022 σε συνδυασμό με μείωση φορολογικών συντελεστών και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων είναι υψηλής σημασίας για να δημιουργηθεί ένα θετικό πλαίσιο».

Σχετικά με τις προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε τα ακόλουθα:

  • Το πολύ υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
  • Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος δημιουργεί αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να το εξυπηρετήσει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
  • Η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μια παρατεταμένη περίοδο (π.χ. 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ.
  • Η Ελλάδα έχει αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση και αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
  • Η υψηλή μακροχρόνια ανεργία δημιουργεί ανισότητες, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, και αυξάνει τον κίνδυνο απαξίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.
  • Η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης.
  • Ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας.
  • Η παγκοσμιοποίηση, η ψηφιοποίηση, οι δημογραφικές αλλαγές και η κλιματική αλλαγή επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας όλων των χωρών, μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα.
  • Οι δικαστικές αποφάσεις, που ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
  • Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του αποθέματος κεφαλαίου της οικονομίας, ενώ και το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.