Υγεία

Μεγαλύτερος ο κίνδυνος χρήσης εθιστικών ουσιών από άτομα ΛΟΑΤΚΙ άνω των 50 ετών


Οι άνθρωποι άνω των 50 ετών που ανήκουν στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ, οι οποίοι συχνά έρχονται αντιμέτωποι με στρες, καταπίεση, προκαταλήψεις, κοινωνικές διακρίσεις και στιγματισμό, κινδυνεύουν περισσότερο, σε σχέση με τους ετεροφυλόφιλους, να κάνουν μη ιατρική χρήση εθιστικών ουσιών, σύμφωνα με νέα έρευνα Αμερικανών επιστημόνων.

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Γκρόσμαν και της Σχολής Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, με επικεφαλής τον επίκουρο καθηγητή Μπένζαμιν Χαν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «Journal of General Internal Medicine», ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 26.000 άτομα, εκ των οποίων το 2,5% αυτοπροσδιορίζονταν ως ΛΟΑΤΚΙ.

Διαπιστώθηκε ότι οι μεσήλικες που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες έχουν υπερδιπλάσια πιθανότητα μη ιατρικής χρήσης κάνναβης (14% έναντι 5,5% μεταξύ των ετεροφυλόφιλων), υπερτριπλάσια πιθανότητα συνταγογράφησης ηρεμιστικών όπως οι βενζοδιαζεπίνες (3,6% έναντι 1,1%) και διπλάσια πιθανότητα μη ιατρικής χρήσης οπιοειδών (4,7% έναντι 2,3%).

Αυτά τα ευρήματα συνάδουν με άλλα προηγούμενων μελετών, που έχουν δείξει ότι έφηβοι και νέοι ενήλικες της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ είναι πιθανότερο, σε σχέση με τους ετεροφυλόφιλους συνομηλίκους τους, να κάνουν χρήση διαφόρων ουσιών.

«Η έρευνά μας επιβεβαιώνει ότι η χρήση ουσιών μεταξύ των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ μπορεί να συνεχιστεί έως αργότερα στη ζωή», ανέφερε ο Χαν.

«Ακόμη και αν οι καιροί αλλάζουν και τα πράγματα βελτιώνονται για την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ, τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα σε αυτόν τον πληθυσμό μπορεί να επηρεάζονται ακόμη από τις παλαιότερες εμπειρίες μη ανεκτικότητας που βίωσαν», δήλωσε ο αναπληρωτής καθηγητής Τζόζεφ Πάλομαρ του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

Η χρήση ουσιών από μεσήλικες -και ακόμη περισσότερο από άτομα τρίτης ηλικίας (άνω των 65 ετών)- μπορεί να περιπλέξει την κατάσταση της υγείας τους, καθώς συχνά ήδη παίρνουν άλλα φάρμακα, που πιθανώς αλληλεπιδρούν με τις εθιστικές ουσίες.

Μπορείτε να δείτε την επιστημονική δημοσίευση στην ακόλουθη διεύθυνση:

https://link.springer.com/article/10.1007/s11606-020-05635-2

Διαβάστε επίσης