Η Wall Street βρέθηκε υπό πίεση την Πέμπτη, καθώς η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε ξανά το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, προκαλώντας πτώση των μετοχών παγκοσμίως και έντονη αναταραχή στις αγορές.
Ο Dow Jones υποχώρησε κατά 1,56% ή 739 μονάδες, κλείνοντας στις 476.677, ο S&P 500 σημείωσε πτώση 1,5% στις 6.672 μονάδες, επαναλαμβάνοντας τις έντονες διακυμάνσεις του μετά από λίγες ημέρες σχετικής ηρεμίας, ενώ ο Nasdaq κινήθηκε χαμηλότερα κατά 1,8% στις 22.311 μονάδες.
Σε επίπεδο μετοχών, σημειώθηκαν εκτεταμένες ρευστοποιήσεις κυρίως σε τεχνολογικές εταιρείες και τράπεζες, όπως η JPMorgan Chase. Ιδιαίτερα ο κλάδος των ημιαγωγών δέχθηκε ισχυρές πιέσεις, με επίκεντρο τις Arm και Broadcom.
Παράλληλα, μετοχές εταιρειών ταξιδίων, όπως οι Delta Air Lines και United Airlines, υποχώρησαν σημαντικά, ενώ οι εταιρείες κρουαζιέρας, όπως η Carnival και η Royal Caribbean, βρέθηκαν επίσης υπό πίεση, επηρεασμένες από τις ανησυχίες για τον αντίκτυπο του πολέμου και την αύξηση του ενεργειακού κόστους στον κλάδο.
Αντίθετα, στις μετοχές που ξεχώρισαν θετικά ξεχωρίζουν οι πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η Chevron, η ExxonMobil και η Occidental Petroleum, ενισχυμένες από το ράλι των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Στην αγορά εμπορευμάτων, η τιμή του Brent εκτινάχθηκε κατά 9,2% στα 100,46 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2022, ενώ το WTI ενισχύθηκε 9,7% στα 95,70 δολάρια, επίσης στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Η άνοδος οφείλεται στις ανησυχίες ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να μπλοκάρει την παραγωγή πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο για μεγάλο διάστημα, προκαλώντας εκτίναξη του πληθωρισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μάλιστα η Goldman Sachs, σε σημείωμα της, προειδοποίησε ότι οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να ξεπεράσουν το υψηλό του 2008, εάν οι ροές στα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν περιορισμένες και μετά τον Μάρτιο. Σημειώνεται ότι το 2008 το Brent άγγιξε τα 147,5 δολάρια το βαρέλι.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν εξέδωσε την πρώτη του δήλωση μετά την ανάληψη της ηγεσίας, δηλώνοντας ότι η χώρα του θα συνεχίσει τις επιθέσεις κατά των αραβικών γειτονικών χωρών στον Κόλπο και θα χρησιμοποιήσει το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά, ενώ οι παραγωγοί της περιοχής μειώνουν την παραγωγή, καθώς το αργό τους δεν έχει πού να διοχετευθεί.
Οι χώρες παγκοσμίως προσπαθούν να καλύψουν το κενό, και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) ανακοίνωσε ότι τα κράτη μέλη του θα απελευθερώσουν ρεκόρ ποσότητα πετρελαίου, 400 εκατομμύρια βαρέλια, από αποθέματα έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις αποτελούν προσωρινές λύσεις και δεν εξαλείφουν τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αν τα Στενά παραμείνουν κλειστά, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια.
«Το στοιχείο που καθιστά ανησυχητική την άνοδο των τιμών δεν είναι μόνο το μέγεθος — οι τιμές έφτασαν σχεδόν τα 120 δολάρια αυτή την εβδομάδα — αλλά και το γεγονός ότι συμβαίνει σε μια περίοδο αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία», σημειώνει ο Άνταμ Κρισαφύλι της Vital Knowledge.
Στο μέτωπο της αμερικανικής οικονομίας, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε τον Ιανουάριο στα 54,5 δισ. δολάρια, χάρη στις ιστορικά υψηλές εξαγωγές και τη μείωση των εισαγωγών, ενώ οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ενισχύθηκαν, με το 10ετές στο 4,25% και το 2ετές στο 3,74%. Το δολάριο ενισχύθηκε για τρίτη διαδοχική μέρα έναντι του ευρώ, κλείνοντας στο 1,1515 δολάρια.