Σε παρατεταμένη κρίση εισέρχεται η παγκόσμια αγορά ντίζελ, με τις ελλείψεις, τα περιορισμένα αποθέματα και τις γεωπολιτικές αναταράξεις να διατηρούν τις τιμές σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ενόψει της χειμερινής περιόδου.
Η Bank of America προειδοποιεί ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις μπορούν να προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση, καθώς το βασικό πρόβλημα δεν είναι απλώς το ακριβό αργό πετρέλαιο, αλλά η ανεπαρκής διαθεσιμότητα διυλισμένων καυσίμων.
Η κρίση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ευρώπη, η οποία εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με περιορισμένα αποθέματα πετρελαϊκών προϊόντων και αυξημένες ανάγκες εφοδιασμού. Οι διαταραχές στις εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, σε συνδυασμό με τα προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και τις πιέσεις στη διυλιστική παραγωγή, δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου για νέες ανατιμήσεις.
Σύμφωνα με την εβδομαδιαία ανάλυση Global Energy Weekly της Bank of America, τα περιθώρια διύλισης του gasoil στο χρηματιστήριο ICE έχουν προσεγγίσει τα 80 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ τα αντίστοιχα περιθώρια για τα μεσαία αποστάγματα στη Νέα Υόρκη ξεπερνούν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Οι επιδόσεις αυτές αποτυπώνουν την έντονη στενότητα στην αγορά των διυλισμένων προϊόντων και την αυξημένη επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις.
Γεωπολιτικές αναταράξεις και περιορισμένη προσφορά
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επιβαρύνουν την ήδη εύθραυστη ισορροπία της αγοράς. Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα κοντά στα Στενά του Ορμούζ δυσχεραίνουν τη μεταφορά ενεργειακών προϊόντων, αυξάνοντας τόσο το κόστος όσο και τον χρόνο παράδοσης. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης περιορίζουν τη διαθεσιμότητα καυσίμων από έναν σημαντικό προμηθευτή της διεθνούς αγοράς.
Η πρόσφατη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων που αφορούν το ρωσικό ντίζελ θα μπορούσε να προσφέρει κάποια πρόσθετη ποσότητα στην αγορά. Ωστόσο, η επίδραση εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένη, καθώς και η ίδια η Ρωσία αντιμετωπίζει προβλήματα στην παραγωγή και στη διαθεσιμότητα διυλισμένων προϊόντων.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από την περιορισμένη δυνατότητα των διυλιστηρίων να αυξήσουν την παραγωγή. Παρά τα υψηλά περιθώρια κέρδους, η αξιοποίηση της παγκόσμιας διυλιστικής δυναμικότητας δεν επιτρέπει εύκολη και γρήγορη αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων. Παράλληλα, η ζήτηση για ντίζελ στις χώρες του ΟΟΣΑ παραμένει σχετικά ανθεκτική, καθώς οι υψηλές τιμές δεν έχουν οδηγήσει σε ανάλογη μείωση της κατανάλωσης.
Μερική διαφοροποίηση παρουσιάζει η Κίνα, όπου η αυξανόμενη χρήση φορτηγών που κινούνται με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) ή ηλεκτρική ενέργεια περιορίζει σταδιακά τη ζήτηση για ντίζελ. Η συγκεκριμένη μεταβολή, ωστόσο, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις απώλειες προσφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο.
Γιατί οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν αρκούν
Η Bank of America εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης χωρίς να δημιουργούν νέες στρεβλώσεις στην αγορά. Η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων μπορεί να αυξήσει προσωρινά τις διαθέσιμες ποσότητες, αλλά δεν δημιουργεί νέα παραγωγή και δεν αποκαθιστά τη διυλιστική δυναμικότητα που έχει χαθεί.
Στην Ευρώπη, η σχεδιαζόμενη αποδέσμευση 50 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα θα μπορούσε να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση. Ωστόσο, η κίνηση αυτή ουσιαστικά επισπεύδει τη διάθεση ποσοτήτων που θα χρησιμοποιούνταν αργότερα, σε μια περίοδο κατά την οποία τα εμπορικά αποθέματα βρίσκονται ήδη σε χαμηλά επίπεδα.
Στις ΗΠΑ, η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα και η χαλάρωση ορισμένων κανονιστικών περιορισμών θα μπορούσαν να περιορίσουν μέρος της επιβάρυνσης για τους καταναλωτές. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος οι παρεμβάσεις αυτές να διατηρήσουν υψηλή τη ζήτηση, καθυστερώντας την αναγκαία εξισορρόπηση της αγοράς.
Αντίστοιχα, ένας περιορισμός των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ θα μπορούσε να ενισχύσει την εγχώρια προσφορά, αλλά θα μετέφερε τις ελλείψεις σε άλλες περιοχές, κυρίως στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Το πρόβλημα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με μεμονωμένα μέτρα, όταν η παγκόσμια αγορά διαθέτει λιγότερα καύσιμα από όσα χρειάζεται.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η ευρωπαϊκή αγορά, καθώς οι αυξημένοι ναύλοι και οι αλλαγές στις εμπορικές διαδρομές επιβαρύνουν το κόστος εισαγωγής πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων. Οι μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς, οι καθυστερήσεις και οι αυξημένοι κίνδυνοι για τα δεξαμενόπλοια επιβαρύνουν τις τελικές τιμές των καυσίμων.
Η άνοδος του κόστους δεν περιορίζεται στους οδηγούς. Το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις οδικές μεταφορές, τη γεωργία, τις κατασκευές και μεγάλο μέρος της βιομηχανικής δραστηριότητας. Συνεπώς, μια νέα αύξηση των τιμών μπορεί να μεταφερθεί στο κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων, στις τιμές των προϊόντων και τελικά στον πληθωρισμό.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να απορροφήσουν υψηλότερες δαπάνες σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για τη ζήτηση και τα περιθώρια κέρδους.
Ο χειμώνας θα κρίνει την πορεία των τιμών
Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο για την αγορά ντίζελ, καθώς η ζήτηση για καύσιμα θέρμανσης αυξάνεται εποχικά στο Βόρειο Ημισφαίριο. Ένας ήπιος χειμώνας θα μπορούσε να περιορίσει μέρος των πιέσεων, ενώ μια περίοδος έντονου ψύχους θα δοκίμαζε ακόμη περισσότερο τα περιορισμένα αποθέματα και τις δυνατότητες εφοδιασμού.
Την ίδια στιγμή, η παραγωγή ντίζελ δεν μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα χωρίς επιπτώσεις σε άλλα διυλισμένα προϊόντα. Η μετατόπιση της παραγωγής προς ένα καύσιμο μπορεί να περιορίσει τη διαθεσιμότητα άλλων, με αποτέλεσμα οι πιέσεις να μεταφέρονται από τη μία αγορά στην άλλη.
Η Bank of America εκτιμά ότι οι υποχωρήσεις στις τιμές των μεσαίων αποσταγμάτων ενδέχεται να αποτελούν ευκαιρίες αγοράς, όσο οι βασικοί παράγοντες που συντηρούν τη στενότητα της προσφοράς παραμένουν ενεργοί. Η εκτίμηση αυτή αντανακλά την προσδοκία ότι οι ελλείψεις δεν θα εξαφανιστούν εύκολα, ακόμη και αν υπάρξουν προσωρινές αποκλιμακώσεις.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η κρίση στο ντίζελ δεν έχει εύκολη ή άμεση λύση. Η αποκατάσταση της ισορροπίας απαιτεί εξομάλυνση των γεωπολιτικών συνθηκών, επαναφορά της παραγωγής και των εξαγωγών και ενίσχυση των διαθέσιμων αποθεμάτων. Χωρίς ουσιαστική βελτίωση σε αυτούς τους παράγοντες, ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων κατά τη χειμερινή περίοδο παραμένει αυξημένος.
Παράλληλα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι η στενότητα στην παγκόσμια αγορά ντίζελ ενδέχεται να διατηρηθεί έως και το 2027, καθώς οι απώλειες προσφοράς από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία συνεχίζουν να πιέζουν τα αποθέματα και τη διυλιστική παραγωγή.