Άμυνα & Διπλωματία

Η CIA αλλάζει στόχο: Κατασκοπεία και στις κινεζικές εταιρείες


Η οικονομική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας φέρνει την τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς και τη βιοτεχνολογία στην πρώτη γραμμή

Η οικονομική αντιπαράθεση με την Κίνα υποχρεώνει τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να διευρύνουν το πεδίο των επιχειρήσεών τους, βάζοντας στο στόχαστρο και κινεζικές εταιρείες, σύμφωνα με τον αναπληρωτή διευθυντή της CIA, Μάικλ Έλις, ο οποίος περιέγραψε μια νέα εποχή κατασκοπείας πέρα από τα παραδοσιακά στρατιωτικά δεδομένα.

Η Κίνα αποτελεί για τις ΗΠΑ μια διαφορετικού τύπου απειλή από εκείνη που αντιμετώπισαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, καθώς ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται πλέον σε στρατεύματα, πυραύλους και πολεμικά πλοία. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον η τεχνολογία, οι επιχειρήσεις και η δυνατότητα μιας χώρας να αποκτήσει οικονομικό και στρατηγικό πλεονέκτημα.

Μιλώντας σε συνέδριο κυβερνοασφάλειας στην Ουάσιγκτον, σε μια σπάνια δημόσια εμφάνισή του, ο Έλις υποστήριξε ότι η φύση της συλλογής πληροφοριών από τη CIA και τις υπόλοιπες αμερικανικές υπηρεσίες έχει αλλάξει σημαντικά. Οι πληροφορίες που θεωρούνται κρίσιμες για την εθνική ασφάλεια δεν βρίσκονται πλέον μόνο σε κυβερνητικές υπηρεσίες ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Για το Πεκίνο, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, τα όρια μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων είναι πολύ πιο δυσδιάκριτα από ό,τι στις ΗΠΑ και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ως αποτέλεσμα, ο Έλις θεωρεί ότι κινεζικές εταιρείες μπορούν να αποτελέσουν νόμιμους στόχους συλλογής πληροφοριών, ιδίως σε στρατηγικούς κλάδους.

Στο στόχαστρο AI, ημιαγωγοί και βιοτεχνολογία

Η αλλαγή αυτή αφορά κυρίως τεχνολογίες που έχουν ταυτόχρονα εμπορική και στρατηγική αξία. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και η βιοτεχνολογία αποτελούν πλέον πεδία στα οποία η οικονομική υπεροχή μπορεί να μετατραπεί σε γεωπολιτική ισχύ.

Ο Έλις υποστήριξε ότι σημαντικές πληροφορίες για αυτές τις τεχνολογίες βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα ή σε δομές στην Κίνα που βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτόν. Έτσι, η CIA χρειάζεται να διευρύνει την αποστολή της, ώστε να παρακολουθεί τόσο τις στρατιωτικές δυνατότητες του Πεκίνου, όσο και τις τεχνολογικές και επιχειρηματικές εξελίξεις που μπορούν να επηρεάσουν τον συσχετισμό δυνάμεων.

Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην αμερικανική προσέγγιση. Προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν προσπαθήσει να διαχωρίσουν την κατασκοπεία για λόγους εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής από την οικονομικά υποκινούμενη κατασκοπεία.

Επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, η Ουάσιγκτον είχε καταγγείλει επανειλημμένα τις κινεζικές επιθέσεις για την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από αμερικανικές επιχειρήσεις. Το 2015, ΗΠΑ και Κίνα συμφώνησαν να μην πραγματοποιούν οικονομική κατασκοπεία με στόχο την απόκτηση εμπορικού πλεονεκτήματος. Αργότερα, η αμερικανική πλευρά κατηγόρησε το Πεκίνο ότι παραβίασε τη συμφωνία.

Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο της σύγκρουσης

Η νέα γραμμή της Ουάσιγκτον έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας για την τεχνητή νοημοσύνη κλιμακώνεται. Την ίδια ημέρα με τις δηλώσεις του Έλις, αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας εξέδωσαν προειδοποίηση για μεγάλης κλίμακας κλοπή εμπορικών μυστικών από κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.

Η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (NSA), το FBI και η Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών υποστήριξαν ότι αρκετές μεγάλες κινεζικές εταιρείες χρησιμοποιούν από το 2024 μια πρακτική γνωστή ως «απόσταξη» μοντέλων. Μέσω αυτής, οι εταιρείες μπορούν να αξιοποιούν τη γνώση και τις απαντήσεις υφιστάμενων μοντέλων για την ανάπτυξη ή τη βελτίωση των δικών τους συστημάτων.

Σύμφωνα με την αμερικανική προειδοποίηση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των σχετικών επιχειρήσεων δείχνουν ότι η πρακτική δεν αποτελεί απλώς συμπληρωματικό εργαλείο για την ανάπτυξη μοντέλων AI, αλλά μπορεί να βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας.

Όλα αυτά ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να υποδεχθεί αυτόν τον μήνα τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ για κρατική επίσκεψη. Το εμπόριο και η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αποτελέσουν δύο από τα βασικά θέματα της συνάντησης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο ανταγωνίζονται για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία.

Ο «αόρατος» πόλεμος στον κυβερνοχώρο

Ο Έλις αναφέρθηκε επίσης στην αναδιοργάνωση της CIA και στην ενίσχυση των κυβερνοεπιχειρήσεων. Υποστήριξε ότι η αναβάθμιση του κέντρου κυβερνοαποστολών της υπηρεσίας συνέβαλε στην επίτευξη στόχων της κυβέρνησης Τραμπ και επικαλέστηκε ως παράδειγμα την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο, που οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιχείρηση στηρίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα λεπτομερές πληροφοριακό αποτύπωμα, το οποίο είχε διαμορφωθεί μέσω κυβερνοεπιχειρήσεων της CIA. Η αναφορά υπογραμμίζει τον αυξανόμενο ρόλο του κυβερνοχώρου στις επιχειρήσεις πληροφοριών, καθώς οι κρίσιμες πληροφορίες μπορούν πλέον να αντληθούν από ψηφιακά δίκτυα και όχι μόνο από ανθρώπινες πηγές.

Ο αναπληρωτής διευθυντής της CIA χαρακτήρισε, τέλος, «πολύ σοβαρή απειλή» την επιχείρηση Salt Typhoon, την οποία οι αμερικανικές αρχές συνδέουν με την Κίνα και η οποία είχε ως στόχο τηλεπικοινωνιακά δίκτυα των ΗΠΑ. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την αποκάλυψή της, η υπόθεση εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικός κίνδυνος για τις αμερικανικές υποδομές.

Οι επιθέσεις σε τηλεπικοινωνίες, αλλά και σε άλλες κρίσιμες υποδομές, όπως τα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης, δείχνουν ότι η αντιπαράθεση στον κυβερνοχώρο έχει μετατραπεί σε ένα διαρκές μέτωπο μεταξύ κρατών. Για την Ουάσιγκτον, η προστασία των υποδομών απαιτεί πλέον στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης που δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά πεδία της κατασκοπείας.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα