Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα έφερε το Πεκίνο σε δύσκολη θέση: από τη μία πλευρά, η Κίνα επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας απέναντι σε αυτό που περιγράφει ως αμερικανική αυθαιρεσία. Από την άλλη, το άμεσο και κυρίαρχο μέλημά της είναι η προστασία των εκτεταμένων οικονομικών της συμφερόντων στη χώρα, επισημαίνουν αναλυτές.
Το Πεκίνο αντέδρασε άμεσα στα αμερικανικά πλήγματα το βράδυ του Σαββάτου, εκφράζοντας «σοκ» και καταδίκη. Λίγο αργότερα, κάλεσε τις ΗΠΑ να απελευθερώσουν τον καθαιρεθέντα πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, καθώς και τη σύζυγό του, ζητώντας να επιλυθεί η κρίση μέσω διαλόγου και όχι στρατιωτικής ισχύος.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιάν, δήλωσε σε ενημέρωση τη Δευτέρα ότι η Κίνα διατηρεί «θετική επικοινωνία και συνεργασία» με τη βενεζουελανική κυβέρνηση και ότι η πρόθεσή της να εμβαθύνει τη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των εξαγωγών πετρελαίου, δεν πρόκειται να αλλάξει, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της κατάστασης. Παράλληλα, τόνισε ότι τα κινεζικά συμφέροντα στη Βενεζουέλα θα προστατευθούν στο πλαίσιο του νόμου.
Σύμφωνα με τον Ζιτσέν Γουάνγκ, ερευνητή στο think tank Center for China and Globalization με έδρα το Πεκίνο, η αμερικανική επίθεση επιτρέπει στην Κίνα να ενισχύσει την εικόνα της ως «δύναμης σταθερότητας» στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, όπως προειδοποίησε, η κρίση δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες, καθώς η Κίνα είναι βαθιά εκτεθειμένη οικονομικά στη χώρα.
Όπως σημείωσε ο ίδιος, η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της Βενεζουέλας θα μπορούσε να έχει ευρύτερες επιπτώσεις, επηρεάζοντας κινεζικές επιχειρηματικές δραστηριότητες όχι μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά και πέραν αυτής.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Κίνα έχει ενισχύσει συστηματικά την παρουσία της στη Λατινική Αμερική, πείθοντας χώρες όπως ο Παναμάς, η Κόστα Ρίκα, η Δομινικανή Δημοκρατία και το Ελ Σαλβαδόρ να διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Ταϊβάν και να την αναγνωρίσουν ως Κινεζική.
Στο ίδιο διάστημα, κινεζικές -κυρίως κρατικές- εταιρείες επένδυσαν περίπου 4,8 δισ. δολάρια στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με στοιχεία της Rhodium Group. Οι περισσότερες συμφωνίες πραγματοποιήθηκαν την περίοδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του Ούγκο Τσάβες, με επίκεντρο τον ενεργειακό τομέα.
Ο κρατικός πετρελαϊκός κολοσσός China National Petroleum Corporation διατηρεί κοινοπραξίες με την κρατική εταιρεία Petróleos de Venezuela, ενώ τον Αύγουστο η ιδιωτική China Concord Resources ανακοίνωσε σχέδια επένδυσης άνω του 1 δισ. δολαρίων, με στόχο την παραγωγή 60.000 βαρελιών αργού πετρελαίου ημερησίως έως το τέλος του 2026.
Η προστασία των Κινέζων πολιτών και των κινεζικών επιχειρήσεων παραμένει κορυφαία προτεραιότητα για το Πεκίνο, δήλωσε ο Ντονγκ Σαοπένγκ, ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ρενμίν. Το κινεζικό ΥΠΕΞ ανέφερε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν αναφορές για τραυματισμούς Κινέζων πολιτών από τα αμερικανικά πλήγματα.
Παράλληλα, η Κίνα κατήγγειλε «πρακτικές εκφοβισμού και παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας άλλων χωρών», υπογραμμίζοντας ότι αντιτίθεται σε κάθε μορφή παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών της Λατινικής Αμερικής. Όπως τόνισε, ακολουθεί πολιτική μη παρέμβασης και επιδιώκει να παραμείνει «καλός φίλος» των χωρών της περιοχής, χωρίς ιδεολογικούς διαχωρισμούς ή επιδίωξη σφαιρών επιρροής.
Στον ενεργειακό τομέα, η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο προορισμό του βενεζουελανικού αργού πετρελαίου, σύμφωνα με την S&P Global. Ωστόσο, σε επίπεδο συνολικών εισαγωγών, η Βενεζουέλα αντιστοιχούσε μόλις στο 2% των κινεζικών εισαγωγών αργού και συμπυκνωμάτων το 2024, με το μεγαλύτερο μέρος να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή. Την περίοδο 2023–2024 αυξήθηκαν οι εισαγωγές από το Ιράν και το Ιράκ, ενώ εκείνες από τη Βενεζουέλα μειώθηκαν, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας.
Η Γιούε Σου, επικεφαλής οικονομολόγος για την Κίνα στο Economist Intelligence Unit, εκτιμά ότι το Πεκίνο θα αποφύγει να εμπλακεί ενεργά στη σύγκρουση, καθώς η Βενεζουέλα έχει περιορισμένη οικονομική και γεωπολιτική σημασία για την Κίνα.
Αντί να πάρει ξεκάθαρη θέση, η Κίνα θα συνεχίσει να δίνει προτεραιότητα στην προστασία των συμφερόντων της, εφόσον οι εταίροι της δεν υιοθετούν ρητή στάση υπέρ της Ταϊβάν.
Οι αναλυτές συμφωνούν ότι η κρίση στη Βενεζουέλα δεν μεταβάλλει τη συνολική στρατηγική της Κίνας απέναντι στην Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς του. Την προηγούμενη εβδομάδα, η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά γύρω από το νησί, λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση των ΗΠΑ για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα πώληση οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν.
Όπως σχολίασε η Νταν Γουάνγκ της Eurasia Group, το επεισόδιο της Βενεζουέλας συνιστά σοβαρή κρίση, αλλά δεν αλλάζει τους βασικούς κανόνες του γεωπολιτικού παιχνιδιού ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Πεκίνο. Αυτό που ενδέχεται να επανεξεταστεί, πρόσθεσε, είναι η ανάγκη της Κίνας να διαμορφώσει ένα πιο σαφές νομικό πλαίσιο για την Ταϊβάν, αντίστοιχο με το σκεπτικό που χρησιμοποίησαν οι ΗΠΑ για να δικαιολογήσουν τη σύλληψη του Μαδούρο με κατηγορίες περί διακίνησης ναρκωτικών.
Την ίδια στιγμή, η κινεζική διπλωματία συνεχίζει απρόσκοπτα. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκε τη Δευτέρα με τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας Μάικλ Μάρτιν, στην πρώτη επίσκεψη Ιρλανδού ηγέτη στο Πεκίνο εδώ και 14 χρόνια και αργότερα επρόκειτο να υποδεχθεί τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας, Λι Τζε-Μιούνγκ.
Όπως είχε γράψει ήδη από τον Σεπτέμβριο ο Ναζίμ Νίκολας Τάλεμπ, η Κίνα αύξησε το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης) από 6% σε πάνω από 20% μέσα σε 15 χρόνια, μια μεταβολή που, όπως προειδοποιούσε, αναμένεται να αναδιαμορφώσει ριζικά το τοπίο της γεωπολιτικής έως το 2035.
«Στο μέλλον», έγραφε, «οι συζητήσεις για τον πόλεμο ίσως χρειάζεται να γίνονται στο Πεκίνο και όχι στην Ουάσινγκτον».