Η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν ξεκίνησε ως επίδειξη της εμβέλειας και της υπεροχής της αμερικανικής ισχύος. Επτά μήνες αργότερα έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να απομακρύνουν δυνάμεις από βάσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βρετανία, να αναζητούν νέες τοποθεσίες και να επανεξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο προβάλλουν ισχύ.
Η αμερικανική επιχείρηση στο Ιράν είχε σχεδιαστεί ως ακόμη μία επίδειξη ισχύος. Αντί όμως να διευρύνει την εμβέλεια των ΗΠΑ, έχει αρχίσει να την περιορίζει. Η Ουάσινγκτον αναγκάζεται να μετακινεί δυνάμεις που είχαν τοποθετηθεί στη Μέση Ανατολή και τη Βρετανία ακριβώς για να λειτουργούν ως αποτρεπτικός παράγοντας.
Η απομάκρυνση 12 βομβαρδιστικών B-1 από τη RAF Fairford στη Βρετανία είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο. Αμερικανοί και Βρετανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι οι διοικητές έλαβαν συγκεκριμένες και αξιόπιστες πληροφορίες για σχέδιο επίθεσης με drones από φιλοϊρανικές ομάδες εναντίον των αεροσκαφών και αμερικανικού προσωπικού. Η Ουάσινγκτον παρουσιάζει την κίνηση ως προληπτική και προσωρινή. Στην ουσία όμως, αποτελεί ακόμη μία μετατόπιση αμερικανικών δυνάμεων μακριά από το Ιράν.
Το ίδιο έχει συμβεί σε βάσεις στο Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Ιρανικοί πύραυλοι και drones προκάλεσαν ζημιές σε εγκαταστάσεις, αεροσκάφη, επικοινωνιακά συστήματα, ραντάρ και υποδομές καυσίμων, ενώ έξι Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν σε επίθεση στο Κουβέιτ. Ορισμένες εγκαταστάσεις θεωρούνται τόσο σοβαρά κατεστραμμένες, ώστε στο Πεντάγωνο εξετάζεται η μεταφορά τους αντί της αποκατάστασής τους.
Η συνέπεια είναι στρατηγική και όχι μόνο επιχειρησιακή. Τα αμερικανικά βομβαρδιστικά εξακολουθούν να μπορούν να πλήξουν στόχους στο Ιράν, αλλά πλέον χρειάζεται να επιχειρούν από τις ΗΠΑ, διανύοντας πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις και απαιτώντας περισσότερο ανεφοδιασμό. Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα μπορούν να επιχειρούν στην Αραβική Θάλασσα, όμως για να ανεφοδιαστούν πρέπει να υποστηρίζονται από το Ντιέγκο Γκαρσία, περίπου 2.200 μίλια μακριά. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν εξαφανίζεται, γίνεται όμως ακριβότερη, πιο αργή και πιο δύσκολη στην ανάπτυξή της.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η αλλαγή που συντελείται στον υπολογισμό του κινδύνου. Για δεκαετίες, η απόσταση από τον αντίπαλο και η προστασία από πυραυλικές επιθέσεις αποτελούσαν βασικά στοιχεία της ασφάλειας των αμερικανικών βάσεων. Τα drones και οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν ανατρέψει αυτή την αντίληψη. Μια βάση μπορεί πλέον να βρίσκεται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο της σύγκρουσης και παρ' όλα αυτά να μην είναι ασφαλής.
Αυτό δημιουργεί και ένα δεύτερο, πολιτικό και στρατηγικό αποτέλεσμα. Οι γρήγορες αποσύρσεις μπορεί να μεταδώσουν στους αντιπάλους των ΗΠΑ το μήνυμα ότι η απειλή εναντίον αμερικανικών υποδομών μπορεί να υποχρεώσει την Ουάσινγκτον να μετακινήσει δυνάμεις. Η αξιολόγηση αυτή διατυπώνεται από Αμερικανούς αναλυτές, οι οποίοι προειδοποιούν ότι η Τεχεράνη μπορεί να ερμηνεύσει τις εξελίξεις ως απόδειξη ότι μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων ακόμη και πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Η εξέλιξη απέχει αισθητά από τον αρχικό σχεδιασμό του Τραμπ. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στις 28 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέμενε μια γρήγορη νίκη, αρχικά μέσα σε λίγες ημέρες και στη συνέχεια σε πέντε ή έξι εβδομάδες. Μίλησε για «άνευ όρων παράδοση» και δήλωσε ότι το Ιράν είχε ηττηθεί πλήρως. Επτά μήνες αργότερα, η σύγκρουση έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε μια διαφορετική στρατιωτική πραγματικότητα, με τις βάσεις τους να αποδεικνύονται ευάλωτες και τον σχεδιασμό της περιφερειακής παρουσίας τους να επανεξετάζεται.
Ο λογαριασμός μιας απρόβλεπτης συνέπειας
Η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει το Ιράν ως χώρα που βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Ο ναυτικός αποκλεισμός έχει περιορίσει δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου, ενώ Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν πλέον αναγνωρίσει τις οικονομικές δυσκολίες. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επιμένει ότι οι μετακινήσεις στρατευμάτων είναι προσωρινές και ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας.
Στο μεταξύ, όμως, το Πεντάγωνο εξετάζει νέες βάσεις στο Ισραήλ και την Ιορδανία, ενώ η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ σχεδιάζει την αναδιάταξη της στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Οι αλλαγές θα απαιτήσουν χρόνο και πιθανότατα δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για επισκευές, ανοικοδόμηση και νέες υποδομές. Το κόστος της σύγκρουσης αυξάνεται, την ώρα που η αμερικανική στρατιωτική παρουσία γίνεται πιο δύσκολη στη διατήρηση.
Το βασικό παράδοξο είναι ότι η επίδειξη ισχύος έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία των ορίων της. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν συντριπτική ισχύ, όμως οι εξελίξεις με το Ιράν έχουν καταστήσει σαφές ότι η κατοχή αυτής της ισχύος δεν σημαίνει αυτομάτως και δυνατότητα ασφαλούς ανάπτυξής της παντού. Η σύγκρουση εξελίσσεται σε ένα μάθημα για τις απρόβλεπτες συνέπειες της χρήσης της αμερικανικής ισχύος.