Από το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για έναν Καναδά ακόμη πιο δεμένο με τις ΗΠΑ, στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια πρωτοφανή μορφή «συνδεδεμένης» σχέσης. Η κλιμάκωση της εμπορικής και πολιτικής αντιπαράθεσης Ουάσιγκτον–Οτάβα επιταχύνει μια ευρύτερη αναδιάταξη των δυτικών συμμαχιών.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: στις αρχές της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, ο Καναδάς βρέθηκε αντιμέτωπος ακόμη και με την ιδέα να γίνει η «51η πολιτεία» των ΗΠΑ. Μερικούς μήνες αργότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει την πόρτα για μια πρωτόγνωρη σχέση με την Οτάβα, προτείνοντας να γίνει ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ. Η εξέλιξη έρχεται έπειτα από μήνες εντάσεων, απειλών και ενός εμπορικού πολέμου που έχει επιβαρύνει τη σχέση των δύο γειτονικών χωρών.
Η πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσιάστηκε εχθές, 16 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της ομιλίας της για την κατάσταση της Ένωσης. Η ίδια υπογράμμισε τους κοινούς δημοκρατικούς και στρατηγικούς δεσμούς Καναδά και Ευρώπης, με πεδία συνεργασίας την άμυνα, την τεχνολογία, την ενέργεια και την Αρκτική. Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος βρισκόταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει ήδη μιλήσει για μια «μοναδική συμμαχία» με την Ευρώπη, χωρίς να τίθεται ζήτημα πλήρους ένταξης της χώρας στην ΕΕ.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το «συνδεδεμένο μέλος» δεν αποτελεί σήμερα θεσμοθετημένη κατηγορία στις Συνθήκες της ΕΕ. Θα απαιτηθούν διαπραγματεύσεις και συμφωνία των 27 κρατών-μελών, ενώ το ακριβές περιεχόμενο μιας τέτοιας σχέσης δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Έτσι, προς το παρόν η πρόταση αποτελεί περισσότερο ένα ισχυρό πολιτικό και στρατηγικό μήνυμα παρά ένα έτοιμο νέο καθεστώς στις σχέσεις ΕΕ–Καναδά.
Η νέα γεωγραφία των συμμαχιών
Το μήνυμα, ωστόσο, είναι ήδη σαφές. Ο Καναδάς επιχειρεί να μειώσει την οικονομική του εξάρτηση από την αμερικανική αγορά, ενώ η Ευρώπη αναζητά αξιόπιστους εταίρους σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, η άμυνα, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και η τεχνολογική κυριαρχία έχουν αποκτήσει έντονη γεωπολιτική σημασία.
Η προσέγγιση δεν ξεκινά από το μηδέν. Καναδάς και ΕΕ διαθέτουν ήδη τη συμφωνία CETA για το εμπόριο και τις επενδύσεις, ενώ το 2025 υπέγραψαν συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Τον Ιούνιο του 2026, μάλιστα, ο Καναδάς έγινε η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, ανοίγοντας τον δρόμο για συμμετοχή καναδικών επιχειρήσεων και προϊόντων σε συγκεκριμένες κοινές αμυντικές προμήθειες της ΕΕ.
Η Αρκτική αποτελεί ένα ακόμη κομβικό πεδίο. Η περιοχή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία λόγω της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας, της αυξανόμενης κινεζικής δραστηριότητας, των νέων θαλάσσιων διαδρομών και του ανταγωνισμού για φυσικούς πόρους. Ευρώπη και Καναδάς έχουν επομένως ισχυρό κίνητρο να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στην ασφάλεια της Αρκτικής, στην ενέργεια, στις κρίσιμες πρώτες ύλες, αλλά και στην επιστημονική έρευνα.
Η Οτάβα ενισχύει παράλληλα τους αμυντικούς δεσμούς της με την Ευρώπη. Στις 16 Σεπτεμβρίου υπέβαλε επίσημα αίτηση για συμμετοχή στη Συνδυασμένη Εκστρατευτική Δύναμη, τη βρετανικής ηγεσίας πολυεθνική στρατιωτική συνεργασία δέκα χωρών του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για κινήσεις διαφοροποίησης των στρατηγικών δεσμών του Καναδά, χωρίς αυτό να σημαίνει αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή ρήξη με τις ΗΠΑ.
Από το εμπόριο στη στρατηγική αυτονομία
Στο υπόβαθρο βρίσκεται η εμπορική σύγκρουση Τραμπ–Καναδά. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιβάλει δασμούς σε καναδικά προϊόντα, πλήττοντας μεταξύ άλλων την αυτοκινητοβιομηχανία, τον χάλυβα, το αλουμίνιο και την ξυλεία, ενώ η Οτάβα έχει απαντήσει με δικά της μέτρα. Ο Καναδάς, μαζί με το Μεξικό, αποτελεί έναν από τους δύο σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά την ένταση ιδιαίτερα σημαντική και για την αμερικανική οικονομία.
Η σύγκρουση έχει αποκτήσει και έντονη πολιτική διάσταση στο εσωτερικό του Καναδά. Οι επιθέσεις του Τραμπ εναντίον της χώρας και η πίεση από τους αμερικανικούς δασμούς ενίσχυσαν την πολιτική δυναμική του Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος εμφανίστηκε ως αντίβαρο στην Ουάσιγκτον. Στο Νταβός, ο Καναδός πρωθυπουργός είχε ζητήσει έναν κόσμο στον οποίο οι «μεσαίες δυνάμεις» θα συνεργάζονται στενότερα, προειδοποιώντας ότι, «αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού».
Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία έρχεται έτσι σε μια στιγμή κατά την οποία ο Τραμπ επαναπροσδιορίζει συνολικά την αμερικανική πολιτική στο δυτικό ημισφαίριο. Μετά την αμερικανική επιχείρηση που ανέτρεψε τον ηγέτη της Βενεζουέλας, η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει την πίεση προς άλλες χώρες της περιοχής. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ασκήσει έντονη οικονομική πίεση στην Κούβα, έχει μιλήσει για «φιλική εξαγορά» της χώρας, έχει απειλήσει με κατάληψη της Διώρυγας του Παναμά και έχει διεκδικήσει τη Γροιλανδία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη.
Στο πλαίσιο μιας επικαιροποίησης του Δόγματος Μονρό, ο Τραμπ έχει παρουσιάσει τη δική του εκδοχή ως «Δόγμα Τραμπ», υποστηρίζοντας ότι «ο αμερικανικός λαός -και όχι ξένα κράτη ή παγκοσμιοποιημένοι θεσμοί- θα ελέγχει πάντα το πεπρωμένο του» δυτικού ημισφαιρίου. Στην περίπτωση της Κούβας και της Βενεζουέλας, την αμερικανική πολιτική έχει αναλάβει σε μεγάλο βαθμό ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, του οποίου η προσέγγιση στη Λατινική Αμερική συνδέεται έντονα με την αντίθεση στον σοσιαλισμό. Ο Ρούμπιο, πάντως, έχει επιδείξει πολύ μικρότερο δημόσιο ενθουσιασμό για τις εδαφικές διεκδικήσεις του Τραμπ.
Στην περίπτωση του Καναδά, η εμμονή του Αμερικανού προέδρου έχει κυρίως οικονομική και εμπορική αφετηρία. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ στράφηκε εναντίον του τότε πρωθυπουργού Τζάστιν Τριντό, τον οποίο χλεύαζε δημόσια, ενώ απείλησε με μονομερή ανατροπή συμφωνιών που είχαν διαμορφώσει επί περισσότερο από έναν αιώνα τη σχέση των δύο γειτονικών χωρών. Παράλληλα, οι δασμοί άρχισαν να πιέζουν βασικούς κλάδους της καναδικής οικονομίας.
Η απάντηση του Τραμπ στην ευρωπαϊκή προσέγγιση ήταν ενδεικτική. Μιλώντας σε δημοσιογράφους την Τετάρτη, χαρακτήρισε τον Καναδά «τρομερό εμπορικό εταίρο» και προειδοποίησε ότι, εάν η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία θεωρηθεί εχθρική, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιβάλουν «πολύ σοβαρούς» δασμούς ή ακόμη και να περιορίσουν το εμπόριο με την Ευρώπη σε πολλές κατηγορίες προϊόντων. Άφησε, πάντως, ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρξει αντίδραση εφόσον η κίνηση της ΕΕ έχει «καλή πρόθεση».
Η ουσία της νέας εξέλιξης βρίσκεται ακριβώς εδώ: η πρόταση των Βρυξελλών προς την Οτάβα δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά συνολικά τη δυνατότητα των χωρών της Δύσης να οικοδομήσουν δίκτυα συνεργασίας πέρα από την παραδοσιακή εξάρτηση από την Ουάσιγκτον. Για την Ευρώπη, ο Καναδάς προσφέρει πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, ενεργειακούς πόρους, αμυντικές δυνατότητες και στρατηγική παρουσία στην Αρκτική. Για τον Καναδά, η Ευρώπη προσφέρει μια διευρυμένη οικονομική και γεωπολιτική επιλογή, σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση με τις ΗΠΑ έχει γίνει περισσότερο απρόβλεπτη.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει ήδη υπογραμμίσει ότι Ευρώπη και Καναδάς μπορούν να συνεργαστούν στενότερα στην Αρκτική, στις αμυντικές βιομηχανίες και στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Ευρωπαίοι αναλυτές βλέπουν την πρωτοβουλία και ως μήνυμα ότι οι μεσαίες δυνάμεις μπορούν να έχουν λόγο στη διεθνή τάξη, χωρίς να αποδέχονται πιέσεις από την Ουάσιγκτον.
Η επόμενη δοκιμασία θα έρθει στη σύνοδο ΕΕ–Καναδά, στα τέλη Οκτωβρίου, όπου αναμένεται να παρουσιαστούν πιο συγκεκριμένες προτάσεις για τη νέα σχέση. Το ζητούμενο δεν είναι ο Καναδάς να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης -αυτό δεν βρίσκεται στο τραπέζι- αλλά να χτιστεί μία βαθιά σύνδεσή του με την Ευρώπη.
Μένει να φανεί αν η σημερινή προσέγγιση θα παραμείνει μια αντίδραση στην πολιτική Τραμπ ή θα εξελιχθεί σε μια μακροπρόθεσμη αναδιάταξη των στρατηγικών και οικονομικών δεσμών του Καναδά.