Άμυνα & Διπλωματία

Ο Τραμπ δωρίζει νίκες στον Πούτιν και στέλνει τον λογαριασμό στην Ευρώπη


H Ρωσία διατηρεί αμετακίνητες τις απαιτήσεις της και εντείνει την πίεση στην Ουκρανία, ποντάροντας στην κόπωση της Ευρώπης

Η Ρωσία κερδίζει οικονομικό και διπλωματικό έδαφος από τη στροφή της Ουάσιγκτον προς μια συμφωνία για το ντίζελ και από τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς το Κίεβο. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, αντί να ανταποκριθεί με υποχωρήσεις, διατηρεί αμετακίνητες τις απαιτήσεις του και εντείνει την πίεση στην Ουκρανία, ποντάροντας στην κόπωση των δυτικών συμμάχων της.

Η Ουάσιγκτον προσέφερε διαδοχικά πλεονεκτήματα στη Μόσχα: χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, δημόσια αμφισβήτηση της πολιτικής ηγεσίας της Ουκρανίας από τον Ντόναλντ Τραμπ και πιέσεις προς το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Η απάντηση του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν ήταν κάποια κίνηση προς μια συμφωνία. Λίγο μετά την ανακοίνωση της διευθέτησης για τα καύσιμα, το Κρεμλίνο επανέλαβε ότι δεν προτίθεται να διαπραγματευτεί με την Ουκρανία, επικαλούμενο τις ουκρανικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια των ρωσικών βουλευτικών εκλογών του προηγούμενου μήνα.

Την επόμενη ημέρα, ρωσική επίθεση στην πόλη Ζαπορίζια προκάλεσε την απώλεια 22 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων τέσσερα παιδιά. Η επίθεση εντάσσεται σε μια σχεδόν καθημερινή ακολουθία πληγμάτων, την ώρα που η Ουκρανία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε πυραύλους αντιαεροπορικής άμυνας.

Παράλληλα, η Μόσχα προετοιμάζεται να εντείνει την πίεση στις ενεργειακές και υδροδοτικές υποδομές της χώρας, με το Κίεβο να εκτιμά ότι ο επερχόμενος χειμώνας θα είναι ο δυσκολότερος μέχρι σήμερα.

Η διευθέτηση για το ντίζελ συμπίπτει με την προσπάθεια του Τραμπ να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσιάζει τη συμφωνία ως εργαλείο αντιμετώπισης των πιέσεων στην αγορά ντίζελ, παρότι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι ποσότητες καυσίμων που συζητούνται, δεν επαρκούν για να προκαλέσουν ουσιαστική μεταβολή στις τιμές.

Η βασική αιτία της ενεργειακής αναταραχής, σύμφωνα με ειδικούς, συνδέεται περισσότερο με τη σύγκρουση με το Ιράν και τις επιπτώσεις της στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.

Για το Κίεβο, η συμφωνία συνιστά υποχώρηση της αμερικανικής πλευράς χωρίς αντίστοιχο αντάλλαγμα από τη Μόσχα. Η Ουκρανία είχε δηλώσει ότι θα αναστείλει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματούσε τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις ενόψει του χειμώνα.

Ωστόσο, η «ενεργειακή εκεχειρία» που ανακοίνωσε ο Τραμπ την Κυριακή αφορούσε την αναστολή πληγμάτων σε διυλιστήρια και στις δύο χώρες, χωρίς να διασφαλίζει την ευρύτερη προστασία των ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Επιπλέον, η Ουκρανία διαθέτει μόνο ένα μεγάλο διυλιστήριο, το οποίο είχε τεθεί σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας από ρωσικά πλήγματα ήδη από το 2022.

Η σημασία της συμφωνίας δεν περιορίζεται στις άμεσες πωλήσεις καυσίμων. Τα ουκρανικά πλήγματα στις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις είχαν εξελιχθεί σε σημαντικό μοχλό οικονομικής πίεσης προς το Κρεμλίνο, περιορίζοντας την παραγωγή, προκαλώντας ελλείψεις στην εγχώρια αγορά και αναγκάζοντας τη Ρωσία να αναστείλει εξαγωγές ντίζελ, παρότι αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές διεθνώς.

Τα φορολογικά έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 17% στο πρώτο εννεάμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παρά την άνοδο των τιμών των καυσίμων. Στην εξέλιξη συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, η ενίσχυση του ρουβλίου και οι εγχώριες επιδοτήσεις καυσίμων.

Εάν η ουκρανική εκστρατεία πληγμάτων ανασταλεί για μεγαλύτερο διάστημα, το όφελος για τα ρωσικά δημόσια έσοδα και την οικονομία θα μπορούσε να φθάσει σε δισεκατομμύρια δολάρια.

Από το Ιράν στη διπλωματική αναβάθμιση της Μόσχας

Η αλλαγή των συσχετισμών άρχισε να διαμορφώνεται όταν η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξανόμενο οικονομικό κόστος, αργή πρόοδο στο πεδίο και υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, του βασικού εξαγωγικού της προϊόντος.

Στη συνέχεια, η αμερικανοϊσραηλινή σύγκρουση με το Ιράν ανέτρεψε μέρος αυτών των δεδομένων. Οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ η εκτεταμένη χρήση πυραύλων αντιαεροπορικής άμυνας από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον Κόλπο, για την αντιμετώπιση των ιρανικών επιθέσεων, περιόρισε τα διαθέσιμα αποθέματα για την Ουκρανία.

Η Μόσχα απέκτησε έτσι πρόσθετα οικονομικά οφέλη και ένα νέο διπλωματικό πλεονέκτημα απέναντι στην Ουάσιγκτον, αξιοποιώντας τις σχέσεις της με την Τεχεράνη.

Η προσέγγιση Τραμπ - Πούτιν εκτείνεται και πέρα από τα καύσιμα. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει υποδεχθεί φέτος Ρώσους υπουργούς σε εκδηλώσεις της G20 στη Βόρεια Καρολίνα και στο Ουισκόνσιν, ενώ ο Τραμπ σχεδιάζει να φιλοξενήσει τον Πούτιν στη σύνοδο της G20 στο Μαϊάμι τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, η κυβέρνησή του διαπραγματεύεται πιθανά επιχειρηματικά deals με το Κρεμλίνο, τα οποία παρουσιάζει ως κίνητρα για την επίτευξη συμφωνίας.

Για τη Μόσχα, η επιστροφή σε ένα πλαίσιο οικονομικών και διπλωματικών συναλλαγών με τις ΗΠΑ αποτελεί σημαντική μεταβολή, καθώς περιορίζει μέρος της διεθνούς απομόνωσης που επιδίωκαν να επιβάλουν οι δυτικές κυρώσεις.

Η στάση αυτή δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει πλήρως τις ρωσικές επιδιώξεις. Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία το 2025, η Μόσχα ήλπιζε ότι οι ΗΠΑ θα διέκοπταν κάθε στήριξη προς την Ουκρανία και θα ανάγκαζαν τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποδεχθεί μια συμφωνία με τους όρους του Κρεμλίνου.

Η δημόσια αντιπαράθεση Τραμπ - Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο τον Μάρτιο του 2025, καθώς και η προσωρινή διακοπή των αμερικανικών παραδόσεων οπλισμού και της ανταλλαγής πληροφοριών, ενίσχυσαν αυτές τις προσδοκίες.

Έκτοτε, όμως, η ανταλλαγή πληροφοριών αποκαταστάθηκε, ενώ ο Τραμπ συμφώνησε με τους Ευρωπαίους να αγοράζουν αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία. Οι συνομιλίες για μια ειρηνευτική διευθέτηση δεν απέδωσαν, καθώς η προσοχή της αμερικανικής κυβέρνησης μετατοπίστηκε προς το Ιράν.

Το στοίχημα της αντοχής και οι κίνδυνοι για την Ευρώπη

Το Κρεμλίνο εξακολουθεί να επιδιώκει περισσότερα. Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Πούτιν ποντάρει στην εξάντληση της Ουκρανίας και στη σταδιακή υποχώρηση των δυτικών συμμάχων της, καθώς οι δικές τους οικονομικές και πολιτικές πιέσεις εντείνονται:

  • Οι επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία θα μπορούσαν να φέρουν στην εξουσία τη Μαρίν Λεπέν, η οποία έχει ταχθεί υπέρ της διακοπής της οικονομικής βοήθειας προς το Κίεβο.
  • Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δέχεται πιέσεις από την ενισχυόμενη ακροδεξιά, που ζητεί τον τερματισμό της στήριξης προς την Ουκρανία.
  • Την ίδια ώρα, η Βρετανία και η Γαλλία αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος και αυξημένο κόστος εξυπηρέτησής του.

Υπάρχουν, πάντως, όρια στην αμερικανική πολιτική. Ο Ρώσος πολιτικός επιστήμονας Φιοντόρ Λουκιάνοφ, ο οποίος συμβουλεύει το Κρεμλίνο, εκτίμησε ότι η πλήρης διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας θα άφηνε την Ουκρανία με ελάχιστες δυνατότητες άμυνας. Θεωρεί, ωστόσο, απίθανο να προχωρήσει ο Τραμπ σε μια τέτοια κίνηση, ακόμη κι αν προσωπικά θα την επιθυμούσε, καθώς μια ολοκληρωτική ήττα της Ουκρανίας δεν θα του εξασφάλιζε πολιτικά οφέλη στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Επιπλέον, η Γερουσία έχει εγκρίνει με πλειοψηφία ικανή να υπερβεί προεδρικό βέτο νομοσχέδιο για νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί, πάντως, τη δυνατότητα να εξαιρεί από την εφαρμογή τους συγκεκριμένες συναλλαγές για λόγους εθνικής ασφάλειας, κάτι που θα απαιτηθεί για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ.

Για τον Πούτιν, η στρατηγική παραμένει εκείνη της αναμονής και της φθοράς. Ακόμη κι αν οι ρωσικές δυνάμεις δεν καταγράφουν αποφασιστική πρόοδο στο πεδίο, το Κρεμλίνο εκτιμά ότι ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του, εφόσον η Ουκρανία αντιμετωπίσει έναν δύσκολο χειμώνα και οι δυτικές κυβερνήσεις περιορίσουν σταδιακά τη στήριξή τους.

Η αναλύτρια Χάνα Νότε εκτιμά ότι η Μόσχα επιδιώκει να επιβάλει στην Ουκρανία έναν χειμώνα με ιδιαίτερα σοβαρές ενεργειακές και κοινωνικές συνέπειες. Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της RAND Σαμ Τσάραπ, το κρίσιμο στοιχείο είναι να μεταβληθεί η εκτίμηση του Κρεμλίνου για το μέλλον: όσο ο Πούτιν θεωρεί ότι οι δυτικές πιέσεις και η πολιτική κόπωση θα οδηγήσουν τελικά σε μια διευθέτηση πιο κοντά στους δικούς του όρους, έχει περιορισμένα κίνητρα να υποχωρήσει.

Υπό αυτές τρις συνθήκες, η ενεργειακή συμφωνία του Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη για τη Ρωσία, όχι μόνο για τα έσοδα που υπόσχεται, αλλά και επειδή ενισχύει την πεποίθηση της Μόσχας ότι μπορεί να κερδίσει περισσότερα χωρίς να αλλάξει πορεία.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα