Τις βάσεις για τις ευρωεκλογές του 2029 θέτει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), με τον πρόεδρο Μάνφρεντ Βέμπερ να συγκροτεί ειδική ομάδα εργασίας με την ονομασία «Win2029». Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής πρότασης ικανής να αναχαιτίσει την άνοδο της ακροδεξιάς, πριν καν συμπληρωθεί το ήμισυ της τρέχουσας κοινοβουλευτικής θητείας. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτουν εσωτερικά πρακτικά και συνεντεύξεις που επικαλέστηκε το POLITICO, οι ευρωπαίοι συντηρητικοί είναι διχασμένοι σχετικά με το αν πρέπει να συνεργαστούν με ακροδεξιά κόμματα ή να τα αντιμετωπίσουν ως πολιτικούς αντιπάλους.
Ο αντιπρόεδρος του ΕΛΚ, Ζίγκφριντ Μουρεσάν, θεωρεί πως η βασική πολιτική αναμέτρηση θα δοθεί ανάμεσα στους αντιευρωπαϊστές λαϊκιστές και τις δυνάμεις της κεντροδεξιάς, ενώ ο εκπρόσωπος Πέδρο Λόπες δε Πάμπλο υπογραμμίζει την ανάγκη παρουσίασης πειστικών εναλλακτικών λύσεων. Την ομάδα καθοδηγεί ο Ισπανός ευρωβουλευτής Εστέμπαν Γκονθάλεθ Πονς, με τις διεργασίες να ξεκινούν στη Σικελία τον Οκτώβριο και να κορυφώνονται την επόμενη άνοιξη σε συνέδριο στη Ρώμη.
Εθνικές διαφοροποιήσεις και στάση απέναντι στην ακροδεξιά
Οι κατά τόπους εθνικές αντιπροσωπείες ακολουθούν διαφορετικές γραμμές. Πολωνοί και Ρουμάνοι απορρίπτουν κάθε σύμπλευση με την ακροδεξιά, ενώ κόμματα σε Ισπανία, Σουηδία, Φινλανδία, Δανία και Ολλανδία έχουν ήδη συμμετάσχει σε κυβερνητικά σχήματα με τη στήριξή της.
Στη Γερμανία, παρότι οι περισσότεροι ευρωβουλευτές παραμένουν αντίθετοι, ορισμένοι πολιτικοί στο Βερολίνο αμφισβητούν τον απόλυτο αποκλεισμό της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Η Φινλανδή ευρωβουλευτής Σίρπα Πιετικάινεν θέτει ευθέως το ζήτημα ταυτότητας: "παραμένει το ΕΛΚ ένα κόμμα της κεντροδεξιάς ή ολισθαίνει προς μια "εναλλακτική" δεξιά".
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ηγεσία προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις, απορρίπτοντας πρωτοβουλίες των Πατριωτών για την Ευρώπη και αποπέμποντας τον Σλοβένο Μπράνκο Γκριμς λόγω παρουσίας του σε εκδήλωση της AfD, την ίδια στιγμή που θεωρεί αποδεκτό εταίρο τους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθμιστές (ECR) της Τζόρτζια Μελόνι. Παρ' όλα αυτά, στην πράξη η γραμμή αυτή παραβιάζεται: σε ψηφοφορία για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό, η δεξιά πλειοψηφία απέσυρε πράσινα κριτήρια και κριτήρια ισότητας, ενώ στις διαπραγματεύσεις για τη Θέουτα υπήρξε σχέδιο στήριξης τροπολογίας των Πατριωτών.
Μεταναστευτικό και κοινωνική πολιτική στο επίκεντρο
Το μείζον ερώτημα αφορά το αν το ΕΛΚ πρέπει να υιοθετήσει πιο σκληρή ατζέντα για να ανακτήσει ψηφοφόρους. Μετά τις εκλογές του 2024, ο Μάνφρεντ Βέμπερ τάχθηκε υπέρ της αυστηρότερης στάσης στο μεταναστευτικό, ζητώντας περισσότερους πόρους για τη Frontex και ευκολότερες επιστροφές. Μάλιστα, στη Βιέννη, οι σύνεδροι συμφώνησαν να αντικαταστήσουν τον όρο «παράτυπη μετανάστευση» με τον όρο «παράνομη μετανάστευση».
Η στροφή αυτή προκαλεί τριγμούς. Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Ντένις Ράντκε επισημαίνει ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν οφείλεται αποκλειστικά στο μεταναστευτικό, καθώς οι αριθμοί των αιτούντων άσυλο μειώνονται ενώ τα κοινωνικά προβλήματα παραμένουν. Παράλληλα, έντονες διαφωνίες καταγράφηκαν γύρω από ψήφισμα για ισχυρότερη κοινωνική προστασία και απασχόληση νέων, το οποίο πάγωσε μετά τις αντιδράσεις από Αυστρία, Φινλανδία, Γερμανία και Σουηδία, οι οποίες έκριναν ότι η κοινωνική δικαιοσύνη συγκρούεται με την προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα.
Ζητήματα φύλου, αμβλώσεων και πράσινης νομοθεσίας
Τα εσωτερικά ρήγματα διευρύνονται σε ζητήματα φύλου και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων.
Ενώ παλαιότερα υπήρχε ισχυρή στήριξη και ελευθερία ψήφου (π.χ. στις αμβλώσεις), πλέον η συναίνεση είναι δυσχερής. Πρόσφατη έκθεση για τις ανισότητες φύλου στην υγεία προκάλεσε σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Ιρλανδών και Πολωνών από τη μία πλευρά, και Ισπανών και Κροατών από την άλλη.
Tαυτόχρονα, ανοιχτό παραμένει το μέτωπο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, με τις εθνικές αντιπροσωπείες να συγκρούονται για το εύρος της αποδυνάμωσης της κατάργησης των νέων αυτοκινήτων εσωτερικής καύσης και της χαλάρωσης των περιορισμών στις βιομηχανικές εκπομπές άνθρακα. Το βασικό διακύβευμα παραμένει το πόσο δεξιά μπορεί να κινηθεί το κόμμα χωρίς να διαλυθεί εκ των έσω.