Η Ουάσιγκτον ανοίγει ξανά την πόρτα της G20 στη Μόσχα, προκαλώντας νέες τριβές με τους Ευρωπαίους. Η συμμετοχή του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ στη συνάντηση της Μπανγκόκ, για δεύτερη φορά με φυσική παρουσία μετά το 2022, αναδεικνύει τα όρια της προσέγγισης ΗΠΑ - Ρωσίας, ενώ οι διαφωνίες για την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και το παγκόσμιο εμπόριο παραμένουν αγεφύρωτες.
Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ συμμετείχε την Πέμπτη στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών κεντρικών τραπεζών στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης, στο περιθώριο των ετήσιων συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Σύμφωνα με το CNBC, που επικαλείται το σχέδιο θέσεων της συνάντησης, ο Σιλουάνοφ και η αναπληρώτρια διοικήτρια της Τράπεζας της Ρωσίας, Ελιζαβέτα Ντανίλοβα, περιλαμβάνονταν στη ρωσική αντιπροσωπεία. Η παρουσία του υπουργού επιβεβαιώθηκε και από πηγή με γνώση της διαδικασίας. Πρόκειται για τη δεύτερη διά ζώσης συμμετοχή του σε αντίστοιχη συνάντηση της G20 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η γερμανική αντίδραση δεν άργησε να αποτυπωθεί. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, συμμετείχε επίσης στη συνάντηση, έχοντας ήδη εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή του στην επανένταξη της Μόσχας στη διεθνή σκηνή χωρίς πολιτικό κόστος. Στην προηγούμενη σύνοδο, τον Αύγουστο, στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, είχε ζητήσει από τον Σιλουάνοφ να σταματήσει η ρωσική εισβολή και είχε αρνηθεί να φωτογραφηθεί μαζί του. Τελικά, η καθιερωμένη οικογενειακή φωτογραφία της G20 πραγματοποιήθηκε χωρίς τη ρωσική αντιπροσωπεία, έπειτα από διαμαρτυρίες Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Μετά τη συνάντηση της Πέμπτης, ο Κλίνγκμπαϊλ επανέλαβε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ότι η παρουσία της Ρωσίας δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα. «Δεν πρόκειται να προσποιηθούμε ότι η Ρωσία επιστρέφει πλέον ως ένα κανονικό μέλος της G20 και απλώς παίρνει ξανά τη θέση της στο τραπέζι», δήλωσε, προσθέτοντας ότι αυτή είναι η θέση τόσο του ίδιου, όσο και των υπόλοιπων Ευρωπαίων.
Η στάση της Ουάσιγκτον δοκιμάζει τις αντοχές της διατλαντικής συνεργασίας. Οι ΗΠΑ, που ασκούν φέτος την προεδρία της G20, επιδιώκουν να επαναφέρουν τη Ρωσία στις οικονομικές συζητήσεις, έπειτα από χρόνια διεθνούς απομόνωσης λόγω της Ουκρανίας. Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε συμφωνία για την προσωρινή άρση κυρώσεων στις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ έως τον Απρίλιο, κίνηση που προκάλεσε αντιδράσεις από το Κίεβο και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, επέκρινε την απόφαση, ενώ ο Ευρωπαίος επίτροπος Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε στο CNBC ότι «δεν είναι τώρα η ώρα να χαλαρώσουν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας».
Χωρίς κοινό ανακοινωθέν, με τις διαφωνίες να παραμένουν
Οι αποκλίσεις δεν περιορίζονται στη στάση απέναντι στη Μόσχα. Οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες ολοκλήρωσαν τη συνάντηση χωρίς κοινό ανακοινωθέν, καθώς παραμένουν βαθιές οι διαφορές για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις εμπορικές ανισορροπίες και την Ουκρανία. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος υπό κανονικές συνθήκες θα προήδρευε των συνομιλιών, απουσίασε για να παραμείνει στην Ουάσιγκτον.
Σε ανακοίνωσή του μετά τη συνάντηση, ο Αυστραλός υπουργός Οικονομικών Τζιμ Τσάλμερς ζήτησε να σταματήσουν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν και οι επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων. Όπως σημείωσε, οι επιπτώσεις επιτείνονται από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καλώντας τη Μόσχα να τερματίσει την εκστρατεία της και να σεβαστεί την ουκρανική κυριαρχία.
Το αδιέξοδο θυμίζει τη συνάντηση του Αυγούστου στο Άσβιλ, η οποία επίσης ολοκληρώθηκε χωρίς κοινό ανακοινωθέν, έπειτα από τις αντιρρήσεις της Κίνας σε διατυπώσεις για σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση των υπερβολικών παγκόσμιων εμπορικών πλεονασμάτων. Τότε, οι ΗΠΑ εξέδωσαν δήλωση της προεδρίας, την οποία υποστήριξαν όλα τα παρόντα μέλη εκτός από την Κίνα, με τον Μπέσεντ να χαρακτηρίζει το Πεκίνο «διαφωνούντα».
Η συνάντηση της Μπανγκόκ θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για καλύτερο συντονισμό σε ζητήματα όπως η ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ωστόσο, η αδυναμία συμφωνίας σε κοινό κείμενο και η αντιπαράθεση για τη θέση της Ρωσίας δείχνουν πόσο δύσκολη παραμένει η διαμόρφωση ενιαίας γραμμής μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών. Το επόμενο κρίσιμο ραντεβού των ηγετών της G20 έχει προγραμματιστεί για τον Δεκέμβριο, στο Μαϊάμι.