Σε προετοιμασίες για μια εξοπλιστική προμήθεια μαμούθ ύψους 3,4 δισεκατομμυρίων ευρώ βρίσκεται το Βερολίνο, στοχεύοντας στην απόκτηση αμερικανικών πυραυλικών συστημάτων Typhon και πυραύλων Tomahawk. Σύμφωνα με απόρρητο κυβερνητικό έγγραφο που αποκαλύπτει το Politico, το κονδύλι αυτό εκτιμάται από το γερμανικό Υπουργείο Άμυνας ως η συνολική δαπάνη του σχεδίου και σχεδιάζεται να ενταχθεί στον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος βρίσκεται υπό διαμόρφωση.
Αν και το Υπουργείο Άμυνας απέφυγε να επιβεβαιώσει το ακριβές ποσό επικαλούμενο τη συνεχιζόμενη διαβούλευση με το κοινοβούλιο, εκπρόσωπός του επιβεβαίωσε επισήμως ότι η προμήθεια των συγκεκριμένων συστημάτων παραμένει στους σταθερούς στόχους της χώρας.
Κάλυψη επιχειρησιακού κενού και αποτροπή της Ρωσίας
Η απόκτηση των πυραύλων cruise της Raytheon, με δραστικό βεληνεκές 2.500 χιλιομέτρων, έρχεται να καλύψει μια σημαντική έλλειψη της Bundeswehr. Με τους Tomahawk και τους κινητούς εκτοξευτές Typhon της Lockheed Martin (γνωστούς ως Strategic Mid-Range Fires System), οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να προσβάλλουν εχθρικές υποδομές, κέντρα εφοδιασμού και συστήματα εκτόξευσης βαθιά πίσω από τις γραμμές του μετώπου.
Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει την επιχειρησιακή ένταξη του συστήματος έως το τέλος της δεκαετίας. Μέχρι σήμερα, η Γερμανία δεν διαθέτει δική της επίγεια δυνατότητα για πλήγματα τέτοιας εμβέλειας.
Από τη διμερή συμφωνία στη γερμανική αυτονομία
Η διαδρομή μέχρι τη σημερινή απόφαση πέρασε από διαδοχικές γεωπολιτικές ανατροπές. Το 2024, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς συμφώνησαν τη διασπορά αμερικανικών όπλων μεγάλου βεληνεκώς στη Γερμανία από το 2026, υπό αμερικανική διοίκηση. Ωστόσο, υπήρξε αλλαγή πλεύσης καθώς το αρχικό αυτό σχέδιο ακυρώθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ. To 2025, το Βερολίνο αποφάσισε να αποκτήσει δική του αυτόνομη υποδομή, υποβάλλοντας επίσημο αίτημα στην Ουάσινγκτον. Τον Ιούλιο, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς κατέληξαν σε καταρχήν συμφωνία για την πώληση των συστημάτων.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση, καθώς η Γερμανία επιλέγει να κατέχει και να χειρίζεται η ίδια τα συστήματα αποτροπής, αντί να εξαρτάται από τη στάθμευση αμερικανικών μονάδων στο έδαφός της.
Βιομηχανικά ανταλλάγματα και παράγοντες αβεβαιότητας
Κομβικό σημείο των διαπραγματεύσεων συνιστά η συμμετοχή της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας στην αλυσίδα εφοδιασμού και συντήρησης των Tomahawk, με το ενδεχόμενο συμπαραγωγής να παραμένει ανοικτό από την αμερικανική πλευρά. Η γερμανική στρατηγική στοχεύει στην ενεργό εμπλοκή εγχώριων εταιρειών στη συντήρηση, αποφεύγοντας την απλή αγορά «έτοιμων» συστημάτων.
Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές εκκρεμότητες. Αφενός δεν έχει οριστικοποιηθεί το μοντέλο παραγωγής ούτε ο διαμοιρασμός του βιομηχανικού έργου, ενώ η Ουάσινγκτον διατηρεί αυστηρά τον έλεγχο της ευαίσθητης τεχνολογίας και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αφετέρου, η πίεση στις αμερικανικές αποθήκες όπλων λόγω του πολέμου εναντίον του Ιράν δημιουργεί ερωτηματικά για την ταχύτητα παράδοσης των πυραύλων στο Βερολίνο.