Με αυτοπεποίθηση και πλατιά χαμόγελα, ο Λαρς Λέκε Ράσμουσεν εμφανίστηκε στο εκλογικό πάρτι του κόμματός του, των «Μετριοπαθών», τη βραδιά των εκλογών. Ο νυν υπουργός Εξωτερικών της Δανίας είναι πολύ πιθανό να είναι αυτός που θα αποφασίσει τελικά ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα τα επόμενα χρόνια. Για αυτόν, ένα πράγμα είναι σαφές: ειδικά σε περιόδους πολλαπλών κρίσεων, είναι σημαντική η συσπείρωση γύρω από το πολιτικό κέντρο. «Δεν πρέπει να επιτρέψουμε το διχασμό», υποστήριξε.
Οι Μετριοπαθείς έχουν πολύ σοβαρές πιθανότητες να γίνουν και πάλι μέρος μιας κεντρώας κυβέρνησης, αν και αυτοί όπως όλα τα κυβερητικά κόμματα είχαν εκλογικές απώλειες. Είναι το μόνο κόμμα που δεν ταυτίστηκε ούτε με το αριστερό «κόκκινο μπλοκ» ούτε με το δεξιό «μπλε μπλοκ» πριν από τις εκλογές, μετά τις οποίες κανένα από τα δύο μπλοκ δεν εξασφάλισε την πλειοψηφία των 90 εδρών στο κοινοβούλιο, το οποίο θα αποτελείται από δώδεκα κόμματα. Επομένως, τώρα πολλά θα εξαρτηθούν από τους Μετριοπαθείς και τον Λέκε Ράσμουσεν.
Απόρριψη από τους δεξιούς φιλελεύθερους
Ο Λέκε Ράσμουσεν θα προτιμούσε να συνεχίσει να κυβερνά μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες της Μέτε Φρέντερικσεν και το δεξιό φιλελεύθερο κόμμα Βένστρε. Ωστόσο, ο μέχρι τώρα τρικομματικός συνασπισμός θα πρέπει να βρει τουλάχιστον έναν ακόμη εταίρο για να εξασφαλίσει την απαραίτητη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Ο Λέκε Ράσμουσεν απευθύνεται, ως εκ τούτου, στους κορυφαίους υποψηφίους των προηγούμενων εταίρων του στον συνασπισμό: «Έχουμε συνεργαστεί καλά τα τελευταία χρόνια. Σας λέω: Γίνετε ρεαλιστές». Αλλά οι πρώτες αντιδράσεις στην έκκλησή του ήταν απορριπτικές. Ο ηγέτης του δεξιού φιλελεύθερου κόμματος Βένστρε, Τροέλς Λουντ Πούλσεν, δεν θέλει να είναι ξανά ο μικρός εταίρος των Σοσιαλδημοκρατών. Για αυτόν, είναι σαφές: «Είτε θα είμαστε μέρος μιας κυβέρνησης με άλλα κόμματα από το δεξιό στρατόπεδο, είτε θα μείνουμε στην αντιπολίτευση».
Απώλειες για όλα τα κυβερνώντα κόμματα
Και τα τρία κόμματα του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού έχασαν έδρες στο κοινοβούλιο. Αντίθετα το δεξιό λαϊκιστικό Δανικό Λαϊκό Κόμμα και το αριστερό Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα είναι ανάμεσα στους κερδισμένους. Οι μεγαλύτεροι χαμένοι είναι οι Σοσιαλδημοκράτες της πρωθυπουργού Μέτε Φρέντερικσεν, που το 2022 είχε αποφασίσει να μην επιχειρήσει το σχηματισμό μιας κυβέρνησης με αριστερό πρόσημο και προτίμησε τη συνεργασία με την κεντροδεξιά. Ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες παραμένουν μακράν το ισχυρότερο κόμμα με σχεδόν 22% των ψήφων, αυτό είναι το χειρότερο αποτέλεσμά τους εδώ και πάνω από 100 χρόνια. Παρ' όλα αυτά, η Φρέντερικσεν σκοπεύει να παραμείνει πρωθυπουργός: «Ζούμε σήμερα σε έναν πολύ ταραγμένο κόσμο. Η Δανία χρειάζεται μια σταθερή και ικανή κυβέρνηση. Και είμαστε έτοιμοι να ηγηθούμε» τόνισε στις πρώτες μετεκλογικές της δηλώσεις. Ο δρόμος προς μια τέτοια εξέλιξη φαντάζει πάντως δύσβατος.
Ο παράγοντας Τραμπ
Η Μέτε Φρέντερικσεν κυβερνά τη Δανία από το 2019. Η πρωθυπουργία της τράβηξε το διεθνές ενδιαφέρον κυρίως λόγω της ασυνήθιστα σκληρής πολιτικής της για τα δεδομένα ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε σχέση με το μεταναστευτικό. Παραδοσιακά συντηρητικές θέσεις για τη μετανάστευση και την άμυνα, σε συνδυασμό με εξαγγελίες για αριστερές κοινωνικές πολιτικές ήταν τα κύρια συστατικά της πολιτικής της. Αρχικά η συνταγή αυτή φάνηκε να έχει επιτυχία, αλλά με την πάροδο του χρόνου, τα ποσοστά του κόμματός της άρχιζαν να υποχωρούν σταθερά.
Από την άλλη, μέχρι πρότινος φαινόταν ότι οι απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ για κατάληψη της αυτόνομης δανικής περιοχής της Γροιλανδίας είχαν ενώσει πολιτικά τους Δανούς, γύρω από την πρωθυπουργό και την κυβέρνησή της. Τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών στις δημοσκοπήσεις έδειχναν να ανεβαίνουν στις αρχές του 2026. Προφανώς για να εκμεταλλευτεί αυτό το φαινόμενο, η Φρέντερικσεν επέλεξε να επισπεύσει τις βουλευτικές εκλογές, καθώς στην πραγματικότητα θα μπορούσε να περιμένει μέχρι το φθινόπωρο. Αλλά τελικά, αυτό ο «παράγοντας Τραμπ» δεν ήταν αρκετά ισχυρός για να της δώσει μια καθαρή νίκη. Τώρα πρέπει να διαπραγματευτεί με δεξιοτεχνία και με τουλάχιστον άλλα τρία κόμματα αν θέλει να παραμείνει στην εξουσία.
Πηγή DW