Διεθνή

Ισραήλ: Το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα σημαίνει εβδομάδες ή μήνες αβεβαιότητας


53 έδρες το κυβερνητικό στρατόπεδο, 48 η αντιπολίτευση του Γκαντί Άιζενκοτ, ενώ τα δύο αραβικά κόμματα κατέγραψαν ιστορική επίδοση με 19 έδρες

Η τελική καταμέτρηση των εκλογών στο Ισραήλ επιβεβαίωσε ότι κανένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα δεν διαθέτει τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί προβάδισμα, αλλά η αντιπολίτευση και τα αραβικά κόμματα αποκτούν κρίσιμο ρόλο στις διαπραγματεύσεις που αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ επιβεβαίωσε την απουσία αυτοδύναμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο πολιτικής αβεβαιότητας. Το κόμμα Λικούντ του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και οι σύμμαχοί του εξασφάλισαν 53 έδρες στην Κνεσέτ, υποχωρώντας από τις 64 που είχαν κερδίσει στις εκλογές του 2022. Το βασικό αντιπολιτευτικό μπλοκ, υπό τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού Γκαντί Άιζενκοτ, συγκέντρωσε 48 έδρες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίδοση των δύο αραβικών κομμάτων, τα οποία εξασφάλισαν συνολικά 19 έδρες, τον μεγαλύτερο αριθμό που έχουν καταγράψει ποτέ. Η ενίσχυσή τους τα καθιστά δυνητικά καθοριστικούς παράγοντες στις διαβουλεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να είναι δεδομένο ότι τα υπόλοιπα κόμματα θα δεχθούν τη συμμετοχή τους σε κυβερνητικό συνασπισμό.

Η επόμενη κίνηση του προέδρου Χέρτζογκ

Τα αποτελέσματα, που δημοσιοποιήθηκαν τις πρώτες ώρες της Παρασκευής, ενδέχεται να υποστούν μικρές διορθώσεις πριν από την επίσημη επικύρωσή τους. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή αναμένεται να διαβιβάσει την τελική κατανομή των εδρών στον πρόεδρο της χώρας, Ισαάκ Χέρτζογκ, στις 4 Νοεμβρίου. Τα κόμματα θα έχουν στη συνέχεια περιθώριο έως τις 18 Νοεμβρίου για να καταθέσουν ενστάσεις ή νομικές προσφυγές.

Ο Χέρτζογκ θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό που θα θεωρήσει ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πιθανότερος αποδέκτης της πρώτης εντολής είναι ο Άιζενκοτ, καθώς η σχετική απόφαση συνδέεται παραδοσιακά με τον αριθμό των συστάσεων που συγκεντρώνει κάθε υποψήφιος από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς.

Ο υποψήφιος που θα λάβει την εντολή θα διαθέτει 28 ημέρες για να διαπραγματευτεί με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Μπορεί να ζητήσει παράταση 14 ημερών, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να αναθέσει την προσπάθεια σε έως δύο ακόμη υποψηφίους.

Αν αποτύχουν και οι τρεις, η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή και μήνες, καθώς ιστορικά ο σχηματισμός κυβέρνησης στο Ισραήλ έχει απαιτήσει από 20 έως 100 ημέρες.

Τα δύσκολα σενάρια για Νετανιάχου και αντιπολίτευση

Οι επιλογές του Άιζενκοτ είναι περιορισμένες. Το αντιπολιτευτικό μπλοκ θα μπορούσε να επιδιώξει συνεργασία με τα αραβικά κόμματα, ώστε να ανατρέψει τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό υπέρ του Νετανιάχου. Ωστόσο, πολλά εβραϊκά κόμματα, ακόμη και στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, αντιδρούν σε μια τέτοια προοπτική, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πολιτικές δυνάμεις που δεν υποστηρίζουν τις σιωνιστικές θέσεις.

Ένα δεύτερο ενδεχόμενο είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με τη συμμετοχή δυνάμεων από τα δύο μεγάλα στρατόπεδα. Παράλληλα, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να προσελκύσουν κόμματα ή μεμονωμένους βουλευτές από την αντίπαλη πλευρά, προκειμένου να διαμορφώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία.

Η στάση απέναντι στα αραβικά κόμματα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ο Νετανιάχου αξιοποίησε προεκλογικά τις ανησυχίες για την πολιτική επιρροή των Αράβων ψηφοφόρων, κατηγορώντας τους ότι επιχειρούν να «κλέψουν τις εκλογές» και κινητοποιώντας τη δεξιά εκλογική του βάση με αναφορές που προκάλεσαν επικρίσεις για τον φυλετικό τους χαρακτήρα. Ο Άιζενκοτ απέφυγε να δεσμευτεί για ενδεχόμενη συνεργασία, δηλώνοντας ότι κανένα από τα δύο αραβικά κόμματα δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει για μια τέτοια συμμαχία.

Η ψήφος ως αποτίμηση της διακυβέρνησης Νετανιάχου

Η εκλογική αναμέτρηση θεωρήθηκε ευρέως δημοψήφισμα για τον Νετανιάχου, τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην ιστορία του Ισραήλ, και για την πιο δεξιά κυβέρνηση που έχει γνωρίσει η χώρα. Ήταν επίσης η πρώτη εκλογική διαδικασία μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η οποία πυροδότησε την καταστροφική σύγκρουση στη Γάζα. Η συμμετοχή των ψηφοφόρων έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 1999, χωρίς όμως η δυσαρέσκεια για τη διαχείριση των γεγονότων της 7ης Οκτωβρίου να μεταφραστεί σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την άμεση απομάκρυνση του πρωθυπουργού.

Ο Νετανιάχου ξεπέρασε τις προσδοκίες των δημοσκοπήσεων, αξιοποιώντας τις ανησυχίες για την πολιτική ισχύ των αραβικών κομμάτων και τις απειλές ασφαλείας. Από την άλλη πλευρά, ο Άιζενκοτ είχε οικοδομήσει την προεκλογική του εκστρατεία ως αντίβαρο στον πρωθυπουργό, κατηγορώντας τον ότι οδηγεί τη χώρα προς τον αυταρχισμό και υπονομεύει τη διεθνή της θέση.

Το παρατεταμένο αδιέξοδο μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά ευνοϊκό για τον Νετανιάχου, καθώς θα παραμείνει επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης μέχρι να σχηματιστεί νέα. Για τους ψηφοφόρους που προσδοκούσαν μια καθαρή ήττα του πρωθυπουργού, το αποτέλεσμα επαναφέρει τον κίνδυνο επιστροφής στην πολιτική παράλυση της περιόδου 2019-2022, όταν το Ισραήλ οδηγήθηκε πέντε φορές στις κάλπες. Ο ίδιος ο Χέρτζογκ έχει δηλώσει ότι πρέπει να εξαντληθεί κάθε δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, ώστε να αποφευχθεί μια νέα εκλογική αναμέτρηση.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα