Ένα εκτεταμένο εφοδιαστικό δίκτυο που εκτείνεται από την Ινδονησία έως την Αφρική επιστρατεύουν οι κινεζικές βιομηχανίες φωτοβολταϊκών, προκειμένου να παρακάμψουν τους αμερικανικούς δασμούς. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζουν την παρουσία τους στην κερδοφόρα αγορά των ΗΠΑ, διατηρώντας το προβάδισμα απέναντι στην εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως αποκαλύπτει ανάλυση εμπορικών και εταιρικών στοιχείων του Bloomberg News, η διαδρομή αυτή –μήκους περίπου 20.000 μιλίων– ξεκινά από την Κένυα, περνά από ένα μικρό ινδονησιακό νησί απέναντι από τη Σιγκαπούρη και καταλήγει στην αμερικανική αγορά. Το δίκτυο στήθηκε σε λιγότερο από έναν χρόνο, υποστηρίζοντας μηνιαίες συναλλαγές άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων και αποκρύπτοντας την πραγματική έκταση της παραγωγής σε Κίνα και Ινδονησία.
Η τακτική αυτή αποτελεί συνηθισμένη πρακτική στον κλάδο. Καθώς η Ουάσιγκτον αυστηροποιεί τα μέτρα κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι ασιατικές εταιρείες μεταφέρουν συνεχώς τις παραγωγικές τους βάσεις — αρχικά στο Βιετνάμ και ακολούθως στην Ινδονησία.
Στην αγορά των ΗΠΑ, οι τιμές των πάνελ διαμορφώνονται σε επίπεδα υπερδιπλάσια του παγκόσμιου μέσου όρου λόγω των πολυετών εμπορικών διαμαχών, προσφέροντας τεράστιο κίνητρο στις κινεζικές επιχειρήσεις.
Οι πρώτες υποψίες καταστρατήγησης φάνηκαν τον Μάρτιο, έναν μήνα μετά τους προκαταρκτικούς αμερικανικούς δασμούς. Ενώ τα τελωνεία των ΗΠΑ κατέγραφαν βουτιά στις εισαγωγές από την Ινδονησία (τη μεγαλύτερη πηγή το 2025), τα στοιχεία της Τζακάρτα έδειχναν αλματώδη άνοδο των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, αποδεικνύοντας ότι πολλά φορτία άλλαζαν δήλωση κατά την είσοδό τους.
Η νομική κάλυψη βασίστηκε στο αμερικανικό πλαίσιο περί «ουσιαστικής μεταποίησης», σύμφωνα με το οποίο η χώρα προέλευσης ενός πάνελ καθορίζεται από την κατασκευή των ηλιακών κυψελών και όχι από την τελική συναρμολόγηση. Αν και οι κυψέλες αντιπροσωπεύουν το 50%-60% του κόστους, είναι ελαφριές και μεταφέρονται εύκολα.
Έτσι, από τον Ιανουάριο, Ινδονήσιοι συναρμολογητές στο νησί Μπατάμ άρχισαν να εισάγουν μαζικά κυψέλες από την Κένυα και τη Νιγηρία, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτήματα καταφθάνουν απευθείας από την Κίνα. Οι εισαγωγές στις ΗΠΑ με δηλωμένη προέλευση τις δύο αφρικανικές χώρες προσέγγισαν τα 100 εκατομμύρια δολάρια μηνιαίως μέχρι τον Ιούνιο.
Οι διαφορές στα στατιστικά στοιχεία δεν επαρκούν για να αποδείξουν παραπλάνηση ως προς τη χώρα προέλευσης.
Η αλυσίδα ήταν πλήρως οργανωμένη: νεοϊδρυθέντα αφρικανικά εργοστάσια εισήγαγαν δισκία (wafers) από την Κίνα, τα μετέτρεπαν σε κυψέλες και τα προωθούσαν στην Ινδονησία για την τελική συναρμολόγηση. Δορυφορικές εικόνες επιβεβαιώνουν ότι οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις κοντά στο Ναϊρόμπι και τη Μομπάσα στην Κένυα ολοκληρώθηκαν μεταξύ των μέσων του 2025 και των αρχών του 2026, ενώ ανάλογη δραστηριότητα καταγράφηκε και στη Νιγηρία.
Ο Τζόνι Μάρθα, γενικός διευθυντής διεθνών εμπορικών διαπραγματεύσεων στο Υπουργείο Εμπορίου της Ινδονησίας, ανέφερε ότι η κυβέρνηση γνωρίζει τις στατιστικές αναντιστοιχίες αλλά τις θεωρεί μη σημαντικές, τονίζοντας πως η Τζακάρτα τηρεί τους διεθνείς νόμους.
Για να σταματήσει την τακτική αυτή, η αμερικανική κυβέρνηση εγκατέλειψε τη στοχευμένη πολιτική ανά χώρα και εξήγγειλε σαρωτικά οριζόντια μέτρα. Η νέα πολιτική ορίζει κατώτατα όρια τιμών πάνω από τα τρέχοντα επίπεδα της αγοράς, καθώς και οριζόντιους δασμούς 15% στο εισαγόμενο πολυπυρίτιο, τα δισκία (wafers), τις κυψέλες (cells) και τις μονάδες (modules), με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 4η Δεκεμβρίου.
Το χρονικό περιθώριο μέχρι τον Δεκέμβριο δίνει τη δυνατότητα στις εταιρείες να συνεχίσουν τις αποστολές, ενώ οι αρχές των ΗΠΑ παρακολουθούν το ενδεχόμενο δημιουργίας μαζικών αποθεμάτων. Παράλληλα, προβλέπονται εξαιρέσεις για όσες επιχειρήσεις δεσμευτούν να κατασκευάσουν νέα εργοστάσια σε αμερικανικό έδαφος έως τη λήξη της θητείας Τραμπ.
Τα κίνητρα για διεθνή επέκταση των Κινέζων κατασκευαστών παραμένουν ισχυρά, καθώς η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και οι πόλεμοι τιμών στο εσωτερικό της Κίνας έχουν μηδενίσει τα περιθώρια κέρδους.
Όπως υπογραμμίζει ο Μούι Γιανγκ, αναλυτής της δεξαμενής σκέψης Ember στο Σίδνεϊ, η στρατηγική αυτή δεν είναι βραχυπρόθεσμη. Περιοχές όπως η Λατινική Αμερική, η Μέση Ανατολή και η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αναμένεται να μετατραπούν σε κύριους επενδυτικούς προορισμούς και όχι απλώς σε ενδιάμεσες πλατφόρμες εξαγωγών, ειδικά μέσα στο περιβάλλον της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης και των γεωπολιτικών εντάσεων, όπως ο πόλεμος στο Ιράν.