Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε σήμερα ότι οι εξαγωγές ρωσικού ντίζελ έχουν αρχίσει να φτάνουν στις παγκόσμιες αγορές και θα έχουν θετικό αντίκτυπο, αλλά δεν θα τις σταθεροποιήσουν πλήρως.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι υπάρχει αυτήν την περιόδο ένταση στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές λόγω πολλών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η Ρωσία δεν μπορεί να εξάγει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων.
Η επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ προς τις διεθνείς αγορές συνδέεται με τη συμφωνία που ανακοίνωσαν στις 9 Οκτωβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι έντονες πιέσεις στις τιμές των καυσίμων. Ο Αμερικανός πρόεδρος γνωστοποίησε ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια, στις αγορές των ΗΠΑ και της υπόλοιπης υφηλίου.
Βάσει της συμφωνίας, προβλέπονται επιπλέον παραδόσεις 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και ακόμη ενός εκατομμυρίου τόνων στη συνέχεια. Η Ουάσιγκτον προχώρησε παράλληλα σε προσωρινή άρση των κυρώσεων που εμπόδιζαν τις συγκεκριμένες εξαγωγές ρωσικών καυσίμων, σε μια αξιοσημείωτη μεταβολή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει το υψηλό κόστος του ντίζελ για τις μεταφορές, τους αγρότες και τις επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Ωστόσο, η επίδραση της συμφωνίας στις διεθνείς τιμές εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένη, καθώς οι ποσότητες που ανακοινώθηκαν δεν επαρκούν για να καλύψουν παρά ένα μικρό μέρος της παγκόσμιας ζήτησης.
Το Κρεμλίνο υποστηρίζει ότι η επιστροφή των ρωσικών ποσοτήτων στην αγορά θα λειτουργήσει υποστηρικτικά, χωρίς όμως να μπορεί να αποκαταστήσει από μόνη της την ισορροπία. Η Ρωσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα στην παραγωγή και στην επεξεργασία πετρελαίου, εξαιτίας των ουκρανικών επιθέσεων σε διυλιστήρια και ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ παραμένουν οι δυσκολίες που σχετίζονται με τις μεταφορές και τις κυρώσεις.
Η συμφωνία έχει, επομένως, διπλή διάσταση: ενεργειακή και γεωπολιτική. Για τις ΗΠΑ, αποτελεί προσπάθεια ανακούφισης των καταναλωτών από το αυξημένο κόστος καυσίμων. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα ενίσχυσης των εξαγωγικών εσόδων και χαλάρωσης μέρους της οικονομικής πίεσης, ενώ παράλληλα ανοίγει ένα νέο πεδίο συνεννόησης με την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η εξέλιξη προκαλεί, ωστόσο, αντιδράσεις στο Κίεβο και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές καυσίμων θεωρείται ότι μπορεί να ενισχύσει οικονομικά τη Μόσχα. Την ίδια στιγμή, η επιστροφή πρόσθετων ποσοτήτων ντίζελ στην αγορά δεν εξαλείφει τις ευρύτερες ενεργειακές πιέσεις, οι οποίες συνδέονται με τη γεωπολιτική αστάθεια, τις διαταραχές στην προσφορά και τους κινδύνους για τις διεθνείς μεταφορές.