Διεθνή

«Στον κουβά» τα σχέδια Τραμπ για την επιστολική ψήφο από το Ανώτατο Δικαστήριο


Μεγάλη ήττα για την κυβέρνηση Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μπλόκαρε το σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ για την αλλαγή των κανόνων της επιστολικής ψήφου ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, κρίνοντας ότι η κυβέρνηση είναι απίθανο να επικρατήσει επί της ουσίας της υπόθεσης. Η απόφαση αποτελεί σημαντική νίκη για τις πολιτείες υπό Δημοκρατικούς και τις οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εδώ και χρόνια υποστηρίζει, χωρίς όμως να παρουσιάζει στοιχεία, ότι η επιστολική ψήφος χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη νοθεία. Η απόφαση αποτελεί μεγάλη νίκη για πολιτείες που διοικούνται από Δημοκρατικούς, καθώς και για οργανώσεις υπεράσπισης των εκλογικών δικαιωμάτων, οι οποίες είχαν υποστηρίξει ότι οι προτεινόμενες αλλαγές παραβιάζουν το Σύνταγμα και απειλούν τη λειτουργία της εκλογικής διαδικασίας. Κατά τους προσφεύγοντες, η εφαρμογή τους τόσο κοντά στις εκλογές θα μπορούσε να προκαλέσει χάος και σύγχυση, την ώρα που σε πολλές πολιτείες έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία της πρόωρης ψηφοφορίας.

Ωστόσο, η πολύμηνη –και ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες– δικαστική αντιπαράθεση ενδέχεται να έχει δημιουργήσει από μόνη της σύγχυση γύρω από την εκλογική διαδικασία. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει, έστω και έμμεσα, προς όφελος του Τραμπ, καθώς του επιτρέπει να συνεχίσει να αμφισβητεί την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας, σε μια αναμέτρηση που ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Σε μία σύντομη παράγραφο, η πλειοψηφία του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η κυβέρνηση είναι «απίθανο να επικρατήσει επί της ουσίας» όταν ολοκληρωθεί η περαιτέρω δικαστική εξέταση της υπόθεσης. Η απόφαση ήταν ανυπόγραφη, όπως συμβαίνει συνήθως στις επείγουσες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και δεν γνωστοποιήθηκε η κατανομή των ψήφων.

Ο συντηρητικός δικαστής Μπρετ Κάβανο τάχθηκε υπέρ του αποτελέσματος με ξεχωριστή, μονοσέλιδη ουσιαστικά, σύμφωνη γνώμη. Όπως ανέφερε, υπάρχει «τουλάχιστον μια εύλογη προοπτική» οι νέοι κανόνες για τα ψηφοδέλτια μέσω ταχυδρομείου που εξέδωσε η Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ, να εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας. Ωστόσο, έκρινε ότι η εφαρμογή τους τόσο κοντά στις ενδιάμεσες εκλογές θα ήταν «αυθαίρετη και καταχρηστική», καθώς οι πολιτειακές και τοπικές εκλογικές αρχές δεν θα είχαν επαρκή χρόνο για να τους εφαρμόσουν με λογικό τρόπο.

Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο δικαστής Σάμιουελ Αλίτο, με τον οποίο συντάχθηκε ο δικαστής Κλάρενς Τόμας. Σε οκτασέλιδη διαφωνούσα γνώμη, ο Αλίτο υποστήριξε ότι θα επέτρεπε στην κυβέρνηση Τραμπ να εφαρμόσει το σχέδιό της στις ενδιάμεσες εκλογές. Περιέγραψε τη δικαστική προσφυγή κατά του σχεδίου ως «πάσα απελπισίας» με ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας και εκτίμησε ότι τελικά η κυβέρνηση θα δικαιωθεί, επειδή η Ταχυδρομική Υπηρεσία διαθέτει, κατά την άποψή του, «ευρεία εξουσία να ρυθμίζει την αλληλογραφία».

Η απόφαση χαιρετίστηκε από τους Δημοκρατικούς και οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα. Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια, Γκάβιν Νιούσομ, μίας από τις πολιτείες που προσέφυγαν κατά του σχεδίου, δήλωσε ότι πρόκειται για «μια καλή ημέρα για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τους Αμερικανούς» που επιθυμούν να ασκήσουν το συνταγματικό τους δικαίωμα ψήφου. Όπως υποστήριξε, περίπου 50 ημέρες πριν από τις εκλογές υπάρχει πλέον μεγαλύτερη βεβαιότητα για την εκλογική διαδικασία και την πρόσβαση στην επιστολική ψήφο.

Την απόφαση χαιρέτισε και η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU), η οποία εκπροσωπεί οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα στην υπόθεση. Η διευθύντρια του Voting Rights Project της ACLU, Σοφία Λιν Λάκιν, υποστήριξε ότι «δεν διεξάγει ο πρόεδρος τις εκλογές», δεν μπορεί να αποφασίζει η Ταχυδρομική Υπηρεσία ποιο ψηφοδέλτιο θα καταμετρηθεί και ότι «οι ψηφοφόροι –όχι ο Λευκός Οίκος– θα αποφασίσουν τις εκλογές του Νοεμβρίου».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε, πάντως, η υποστήριξη της απόφασης ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς αξιωματούχους που είναι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή εκλογών. Ο Ρίκι Χατς, Ρεπουμπλικανός εκλογικός υπάλληλος στην κομητεία Weber της Γιούτα, δήλωσε ότι αισθάνθηκε «ανακούφιση». Η Γιούτα πραγματοποιεί σχεδόν αποκλειστικά εκλογές μέσω ταχυδρομείου και ο Χατς είχε ήδη προετοιμάσει εναλλακτικό σχέδιο για την εγκατάλειψη της επιστολικής ψήφου, σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεπε στην Ταχυδρομική Υπηρεσία να περιορίσει τη διαδικασία.

Τι προέβλεπε το σχέδιο

Η αντιπαράθεση γύρω από τις αλλαγές έχει εξελιχθεί τις τελευταίες εβδομάδες σε μια σειρά καταιγιστικών δικαστικών εξελίξεων, ενώ παράλληλα ορισμένες πολιτείες άρχισαν ήδη να αποστέλλουν ψηφοδέλτια στους ψηφοφόρους. Οι δικηγόροι της κυβέρνησης Τραμπ είχαν ζητήσει από τους δικαστές να επιτρέψουν την εφαρμογή του σχεδίου, βάσει του οποίου η Ταχυδρομική Υπηρεσία θα έλεγχε τους φακέλους των ψηφοδελτίων αφού αυτά αποστέλλονταν από τις πολιτειακές εκλογικές αρχές.

Με βάση τους νέους κανόνες, οι πολιτείες θα έπρεπε να υποβάλλουν στην Ταχυδρομική Υπηρεσία καταλόγους με τους ψηφοφόρους που έχουν εγκριθεί για επιστολική ψήφο. Η υπηρεσία θα παρέδιδε στη συνέχεια τα ψηφοδέλτια μόνο στα πρόσωπα που θα περιλαμβάνονταν στους συγκεκριμένους καταλόγους.

Το σχέδιο προέβλεπε επίσης τη χρήση ειδικού φακέλου που θα είχε εγκριθεί από την Ταχυδρομική Υπηρεσία και θα περιείχε μοναδικό γραμμωτό κώδικα για κάθε ψηφοφόρο. Ορισμένες πολιτείες προειδοποίησαν ότι η αλλαγή των φακέλων και των σχετικών διαδικασιών τόσο κοντά στις εκλογές, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη, με κίνδυνο να προκληθούν καθυστερήσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτήρισε τις αλλαγές «μόνο μέτριες απαιτήσεις» σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό των φακέλων και τα στοιχεία των παραληπτών, υποστηρίζοντας ότι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας. Οι Δημοκρατικοί, όμως, και οι οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα ζήτησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο να μπλοκάρει το σχέδιο, προειδοποιώντας για «καταστροφικές συνέπειες», μαζική σύγχυση και σημαντικό κίνδυνο να στερηθούν εκατομμύρια ψηφοφόροι τη δυνατότητα να ψηφίσουν.

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ακόμη, ότι σε ορισμένες πολιτείες θα ήταν πρακτικά αδύνατο να εφαρμοστούν εγκαίρως οι νέοι κανόνες για τις ενδιάμεσες εκλογές. Μεταξύ αυτών ήταν η Αλαμπάμα, το Ντέλαγουερ και η Βόρεια Καρολίνα, όπου τα ψηφοδέλτια είχαν ήδη αποσταλεί στους ψηφοφόρους.

Παράλληλα, επισήμαναν ότι η νέα διαδικτυακή πλατφόρμα που απαιτούσε το σχέδιο της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας για την αποστολή των στοιχείων των ψηφοφόρων παρέμενε υπό κατασκευή. Αξιωματούχοι της υπηρεσίας είχαν δηλώσει ότι αναμένουν να τεθεί σύντομα σε λειτουργία και να είναι διαθέσιμη στις πολιτείες που θα επέλεγαν να τη χρησιμοποιήσουν.

Απέναντι στο σχέδιο είχαν ταχθεί, μάλιστα, και οι επικεφαλής των εκλογικών αρχών επτά πολιτειών που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικάνους. Οι υπουργοί Εξωτερικών του Κεντάκι, της Βόρειας Ντακότα, της Νότιας Ντακότα, της Τζόρτζια, του Νιου Χάμσαϊρ και του Κάνσας, καθώς και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Γιούτα, ζήτησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο να μην επιτρέψει τόσο μεγάλες αλλαγές λίγο πριν από τις εκλογές. Όπως ανέφεραν σε υπόμνημά τους, η προσπάθεια εφαρμογής των νέων κανόνων σε αυτό το στάδιο θα οδηγούσε σχεδόν βέβαια σε λάθη, καθυστερήσεις και σύγχυση για ψηφοφόρους και εκλογικούς υπαλλήλους.

Η υπόθεση έχει τις ρίζες της σε εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Τραμπ στα τέλη Μαρτίου και με το οποίο έδωσε εντολή στην Ταχυδρομική Υπηρεσία να δημιουργήσει νέες κατευθυντήριες γραμμές για την επιστολική ψήφο. Γενικοί εισαγγελείς Δημοκρατικών πολιτειών, οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα και στελέχη των Δημοκρατικών προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι το διάταγμα παραβιάζει το Σύνταγμα, αναθέτοντας στις πολιτείες και στο Κογκρέσο την ευθύνη για τη διεξαγωγή των εκλογών.

Η δικαστική διαμάχη οδήγησε σε σειρά προσφυγών και επείγουσων αιτήσεων προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Στις 24 Αυγούστου, το Δικαστήριο, με τους τρεις φιλελεύθερους δικαστές να διαφωνούν, είχε επιτρέψει στην Ταχυδρομική Υπηρεσία να συνεχίσει τον σχεδιασμό των αλλαγών, κρίνοντας ότι το προσωρινό «πάγωμα» του σχεδίου από δικαστή κατώτερου δικαστηρίου ήταν πρόωρο.

Στην τότε επείγουσα απόφασή του, η συντηρητική πλειοψηφία είχε κρίνει ότι οι Δημοκρατικές πολιτείες που είχαν προσφύγει, δεν είχαν ακόμη υποστεί βλάβη από κανόνες που δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή. Ταυτόχρονα, όμως, είχε ξεκαθαρίσει ότι η απόφαση δεν αποτελούσε τελική κρίση για τη νομιμότητα του εκτελεστικού διατάγματος της κυβέρνησης Τραμπ. «Σε αυτό το ζήτημα, ο χρόνος θα δείξει», είχαν σημειώσει τότε οι δικαστές.

Η νέα απόφαση αλλάζει ουσιαστικά το τοπίο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, περιορίζοντας τη δυνατότητα της κυβέρνησης να επιβάλει άμεσα τις αλλαγές στην επιστολική ψήφο. Παράλληλα, όμως, η δικαστική διαμάχη έχει ήδη αναδείξει πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει η εκλογική διαδικασία σε θεσμική αβεβαιότητα, όταν σημαντικοί κανόνες αλλάζουν λίγες εβδομάδες πριν από την κάλπη.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα