Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται πως δεν δοκιμάζει μόνο τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, αλλά και τις αντοχές του αμερικανικού προϋπολογισμού.
Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να προχωρήσει σε νέα σειρά πυραυλικών πληγμάτων κατά ιρανικών στόχων έχει ήδη δημιουργήσει έναν οικονομικό λογαριασμό που, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, ενδέχεται να ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.
Πρόκειται για ένα ποσό που δεν αφορά μόνο τις άμεσες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά και τις απώλειες στρατιωτικού εξοπλισμού, την αποκατάσταση υποδομών και τη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.
Οι πρώτες εκτιμήσεις και η συνεχής αύξηση του κόστους
Οι αρχικές αναλύσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών τοποθετούσαν το συνολικό κόστος της επιχείρησης «Epic Fury» μεταξύ 50 και 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι υπολογισμοί αυτοί συμβάδιζαν με τις εκτιμήσεις αναλυτών του Κογκρέσου, οι οποίοι ήδη από τα τέλη της άνοιξης προειδοποιούσαν ότι η τελική δαπάνη θα μπορούσε να αγγίξει τα 80 δισ. δολάρια.
Ωστόσο, όσο η σύγκρουση παρατείνεται και αυξάνονται οι επιχειρησιακές ανάγκες, οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα πάνω, με κυβερνητικές πηγές να θεωρούν πλέον πιθανό το συνολικό κόστος να υπερβεί το ψυχολογικό όριο των 100 δισεκατομμυρίων.
Ο Λευκός Οίκος ζητά νέα κονδύλια
Παρότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει δημοσιοποιήσει ολοκληρωμένο απολογισμό των δαπανών, είχε ήδη ζητήσει από το Κογκρέσο χρηματοδότηση ύψους 88 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη μέρους των πολεμικών αναγκών.
Ακόμη και αυτό το ποσό, σύμφωνα με αξιωματούχους που έχουν γνώση των σχετικών εκτιμήσεων, δεν αποτυπώνει το πραγματικό οικονομικό βάρος της σύγκρουσης, καθώς πολλές σημαντικές δαπάνες παραμένουν εκτός των επίσημων υπολογισμών.
Τα ακριβά οπλικά συστήματα που χάθηκαν
Ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά «αγκάθια» αφορά τις απώλειες στρατιωτικού εξοπλισμού.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου (CRS), οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει τουλάχιστον 17 επανδρωμένα και 25 μη επανδρωμένα αεροσκάφη από την έναρξη των επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η καταστροφή ενός MQ-4C Triton, ενός από τα πλέον εξελιγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης, του οποίου η αξία υπερβαίνει τα 600 εκατομμύρια δολάρια.
Παραμένει, μάλιστα, ασαφές εάν το Πεντάγωνο θα προχωρήσει στην πλήρη αντικατάσταση όλων των αεροσκαφών που χάθηκαν. Σε διαφορετική περίπτωση, μέρος της πραγματικής οικονομικής ζημιάς ενδέχεται να μην εμφανιστεί ποτέ στον επίσημο απολογισμό του πολέμου.
Οι ζημιές στις αμερικανικές βάσεις
Εκτός από τις απώλειες σε εξοπλισμό, σημαντικό κόστος αναμένεται να προκύψει και από τις ζημιές που υπέστησαν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή.
Οι επιθέσεις του Ιράν με πυραύλους και drones προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές σε αρκετές βάσεις, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι επλήγη ακόμη και το αρχηγείο του 5ου Στόλου των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν, χωρίς όμως το Πεντάγωνο να έχει επιβεβαιώσει επίσημα το περιστατικό.
Παρά ταύτα, το κόστος αποκατάστασης αυτών των εγκαταστάσεων παραμένει άγνωστο και ενδέχεται να μην υπολογιστεί ποτέ, ειδικά εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίσουν να περιορίσουν ή να εγκαταλείψουν ορισμένες βάσεις που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες.
Ένας λογαριασμός που παραμένει ανοιχτός
Η μοναδική επίσημη δημόσια εκτίμηση που έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα προήλθε από τον τότε υπηρεσιακό οικονομικό ελεγκτή του Πενταγώνου, Τζέι Χερστ, ο οποίος τον Μάιο είχε υπολογίσει το κόστος των επιχειρήσεων στα 29 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ποσό αυτό, ωστόσο, αφορούσε κυρίως την κατανάλωση πυρομαχικών, τα καύσιμα και τα λειτουργικά έξοδα για την ανάπτυξη αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και όχι το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα της σύγκρουσης.
Οι δημοσιονομικές συνέπειες
Η νέα στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν εξελίσσεται σε μία από τις πιο δαπανηρές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονται και πολλές κρίσιμες δαπάνες δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί, ο τελικός λογαριασμός παραμένει ανοιχτός. Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, το κόστος θα ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, επηρεάζοντας όχι μόνο τον αμυντικό προϋπολογισμό, αλλά και τη συνολική δημοσιονομική στρατηγική της Ουάσινγκτον τα επόμενα χρόνια.