Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της ΔΕΗ από ΒΒ- σε ΒΒ με σταθερή προοπτική προχώρησε απόψε ο οίκος S&P με αφορμή την πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και την αναθεώρηση του επιχειρηματικού σχεδίου της εταιρείας.
«Πιστεύουμε ότι η μεγαλύτερη κλίμακα και η πιο διαφοροποιημένη γεωγραφική παρουσία θα μπορούσαν να ενισχύσουν το προφίλ επιχειρηματικού κινδύνου της εταιρείας» αναφέρεται στην έκθεση του οίκου και προστίθεται:
«Στην προηγούμενη έκθεσή μας είχαμε επισημάνει ότι το προφίλ επιχειρηματικού κινδύνου της ΔΕΗ βελτιωνόταν μετά τη στρατηγική στροφή της προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις ρυθμιζόμενες δραστηριότητες. Πλέον αναμένουμε ότι αυτή η βελτίωση θα υλοποιηθεί ταχύτερα, καθώς το EBITDA της ΔΕΗ, όπως προσαρμόζεται από την S&P Global Ratings, αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά σε περίπου 3,2-3,4 δισ. ευρώ το 2028 από 2 δισ. ευρώ το 2025, υποστηριζόμενο από μια ευρύτερη βάση περιουσιακών στοιχείων. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά 10%-20% την προηγούμενη πρόβλεψή μας, η οποία ανερχόταν σε 2,9 δισ. ευρώ. Η πιο ισχυρή εγχώρια οικονομία, η είσοδος της ΔΕΗ σε νέες αγορές της περιοχής, καθώς και η ζήτηση για κέντρα δεδομένων θα αποτελέσουν κινητήριους μοχλούς ανάπτυξης για την εταιρεία, της οποίας το ολοκληρωμένο επιχειρηματικό μοντέλο στηρίζει τα κέρδη παρά τις διακυμάνσεις στις χονδρικές τιμές».
Ο οίκος εκτιμά ότι η ΔΕΗ θα παρουσιάσει EBITDA ύψους 2,4-2,5 δισ. ευρώ το 2026 και 2,5-2,7 δισ. το 2027.
Σε σχέση με το νέο στρατηγικό σχέδιο υπογραμμίζεται ότι η εταιρεία αύξησε τις προγραμματισμένες επενδύσεις σε περίπου 24 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030, από τα περίπου 10 δισ. ευρώ που είχαν προγραμματιστεί προηγουμένως για την περίοδο 2026-2028, χάρη στην αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, τον παροπλισμό μονάδων παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα και τις βελτιούμενες μακροοικονομικές προοπτικές στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Η εταιρεία θα επενδύει πλέον περίπου 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, κυρίως σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κέντρα δεδομένων και δίκτυα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, έναντι περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως στο προηγούμενο σχέδιο», αναφέρει η S&P.
«Το σχέδιο χρηματοδοτείται εν μέρει από αύξηση κεφαλαίου ύψους 4,25 δισ. ευρώ, καθώς και από την διάθεση ιδίων μετοχών αξίας 250 εκατ. ευρώ, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22 Μαΐου 2026, συμβάλλοντας στον περιορισμό της προσαρμοσμένης αύξησης του χρέους για την περίοδο 2026-2028 σε περίπου 4 δισ. ευρώ».