Επιχειρήσεις

Από τα αυτοκίνητα στα όπλα: Η ΕΕ ψάχνει σωσίβιο στην αμυντική βιομηχανία


Η στροφή εργοστασίων και εργαζομένων από τα αυτοκίνητα στην άμυνα μπορεί να περιορίσει τις απώλειες, όχι όμως να τις αντισταθμίσει

Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αναζητά στην αμυντική παραγωγή μια διέξοδο για εργοστάσια και εργαζομένους που απειλούνται από τις περικοπές, τον κινεζικό ανταγωνισμό, τους αμερικανικούς δασμούς και το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η μετατροπή μονάδων αυτοκινήτων σε εργοστάσια αμυντικού υλικού κερδίζει έδαφος, αλλά η μετάβαση κάθε άλλο παρά απλή είναι.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, το Όσναμπρικ της Γερμανίας συνδέθηκε με την αυτοκινητοβιομηχανία, κατασκευάζοντας από κάμπριο Beetle έως Porsche Boxster. Τώρα, η πόλη ενδέχεται να αποκτήσει διαφορετική βιομηχανική ταυτότητα: αντί για αυτοκίνητα, να παράγει συστήματα αεράμυνας για τις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις.

Η συμφωνία που ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα η Volkswagen με την ισραηλινή επενδυτική εταιρεία Aurelius Capital και το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας προβλέπει τη μετατροπή του εργοστασίου της στο Όσναμπρικ σε κέντρο αμυντικής παραγωγής. Το σχέδιο μπορεί να διασώσει περισσότερες από 1.200 θέσεις εργασίας και παράλληλα να αποτελέσει ένα μοντέλο για ευρωπαϊκές βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν την πίεση από την Κίνα, τους υψηλούς δασμούς των ΗΠΑ και το ενεργειακό κόστος.

Οι εργαζόμενοι, που προετοιμάζονταν για το ενδεχόμενο να κλείσει το εργοστάσιο το επόμενο έτος, βρίσκονται πλέον μπροστά σε ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο: αντί για αυτοκίνητα, θα μπορούσαν να κατασκευάζουν συστήματα αεράμυνας και εξαρτήματα για τους ευρωπαϊκούς στρατούς. Η δήμαρχος του Όσναμπρικ, Καταρίνα Πέτερ, χαρακτήρισε το εργοστάσιο αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης, σημειώνοντας ότι η αλλαγή σηματοδοτεί το επώδυνο τέλος μιας εποχής πολιτικής αυτοκινητοπαραγωγής, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένδειξη βιομηχανικής ανθεκτικότητας.

Η στροφή προς την άμυνα εκτιμάται ότι μπορεί να αμβλύνει τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι κατασκευαστές και οι εργαζόμενοί τους, ενώ παράλληλα ενισχύει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες απέναντι στη Ρωσία και επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Δεν μπορεί, ωστόσο, να αντισταθμίσει τις απώλειες της αυτοκινητοβιομηχανίας. Μόνο η Volkswagen σχεδιάζει να περικόψει περίπου 100.000 θέσεις εργασίας έως το 2030, ενώ ο κλάδος στην ΕΕ στηρίζει συνολικά περίπου 14 εκατομμύρια θέσεις και αντιστοιχεί στο 7% περίπου της οικονομικής παραγωγής της Ένωσης. Μένει να φανεί πόσοι από τους εκατοντάδες χιλιάδες εξειδικευμένους εργαζομένους των αυτοκινητοβιομηχανιών μπορούν να μετακινηθούν ομαλά στην παραγωγή πολύπλοκων οπλικών συστημάτων και άλλων αμυντικών τεχνολογιών.

Η απόσταση μεταξύ των δύο κλάδων είναι σημαντική. Η αυτοκινητοβιομηχανία βασίζεται στη μαζική παραγωγή και στον έντονο ανταγωνισμό για τον καταναλωτή, ενώ η αμυντική βιομηχανία λειτουργεί με μακροχρόνια συμβόλαια, μικρότερους όγκους παραγωγής και συνήθως έναν μόνο κυβερνητικό πελάτη ή έναν περιορισμένο αριθμό εθνικών ενόπλων δυνάμεων. Όπως έχει επισημανθεί σε έκθεση του European Policy Centre, τα επιχειρηματικά μοντέλα των δύο κλάδων διαφέρουν περίπου όσο η έτοιμη ένδυση από την υψηλή ραπτική.

Η μετάβαση έχει ήδη αρχίσει

Παρά τις δυσκολίες, η σύγκλιση αυτοκινητοβιομηχανίας και άμυνας έχει ήδη ξεκινήσει. Η Mercedes-Benz συνεργάζεται με την Tytan Technologies για την ανάπτυξη οχημάτων αντιμετώπισης drones, βασισμένων στα βαν Sprinter, καθώς και στρατιωτικών εκδόσεων των SUV G-Class, που θα μπορούν να αναχαιτίζουν απειλές κατά κρίσιμων υποδομών. Η Renault, από την πλευρά της, έχει συμφωνήσει να κατασκευάζει στρατιωτικά drones σε συνεργασία με τις αμυντικές εταιρείες Thales και Turgis Gaillard.

Οι μετακινήσεις εργαζομένων από τον έναν κλάδο στον άλλο είναι ακόμη περιορισμένες, αλλά αυξάνονται. Η Tytan, με έδρα το Μόναχο, δέχεται σημαντικό αριθμό αιτήσεων από εργαζομένους της αυτοκινητοβιομηχανίας, πολλοί από τους οποίους διαθέτουν μηχανολογική κατάρτιση. Η εταιρεία προετοιμάζεται να ανοίξει νέο εργοστάσιο για την παραγωγή drones αναχαίτισης και σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό της σε 250 εργαζομένους το επόμενο έτος, από μόλις 35 στις αρχές του 2026.

Ανάλογη κινητικότητα καταγράφεται στη Hensoldt, γερμανική εταιρεία αισθητήρων και ραντάρ, η οποία έχει προσλάβει φέτος «μερικές εκατοντάδες» εργαζομένων από τον κλάδο του αυτοκινήτου, στο πλαίσιο ευρύτερης εκστρατείας προσλήψεων. Παράλληλα, δημιουργεί συνεργασίες με εταιρείες όπως οι προμηθευτές αυτοκινήτων Bosch και Continental, ώστε να απορροφήσει μέρος του προσωπικού τους.

Στο Όσναμπρικ, ωστόσο, η αλλαγή έχει ανοίξει και μια κοινωνική συζήτηση. Η πόλη είναι γνωστή για τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, η οποία τερμάτισε τον Τριακονταετή Πόλεμο, και ένα μέρος της τοπικής κοινωνίας διατηρεί έντονα πασιφιστικές πεποιθήσεις. Η δήμαρχος υποστηρίζει, όμως, ότι το σχέδιο συμβαδίζει με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου που ψηφίστηκε φέτος και υπογραμμίζει τη σημασία της προστασίας της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνίας.

Η νέα μονάδα δεν προορίζεται να κατασκευάζει επιθετικά πυρομαχικά, σύμφωνα με τη δήμαρχο. Αντίθετα, θα επικεντρωθεί σε συστήματα αεράμυνας σχεδιασμένα να αναχαιτίζουν πυραύλους και drones και να προστατεύουν τον άμαχο πληθυσμό. Η λογική αυτή, όπως υποστηρίζει, συνδέει την αμυντική ετοιμότητα με τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη.

Το παράδειγμα του Όσναμπρικ πιθανότατα δεν θα μείνει μεμονωμένο. Η Volkswagen ενδέχεται να αναζητήσει αμυντική εταιρεία που θα αναλάβει και άλλη προβληματική μονάδα της, πιθανώς στο Ανόβερο ή στο Έμντεν, καθώς εξετάζει εναλλακτικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων στη ρομποτική και την αποθήκευση ενέργειας. Αντίστοιχες επιλογές θα μπορούσαν να εξετάσουν και άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως η Stellantis, που κατασκευάζει Peugeot, Opel και άλλες μάρκες, σε εργοστάσιά της στη Γερμανία ή τη Γαλλία.

Το συνδικάτο εργαζομένων της Volkswagen δεν αντιμετωπίζει, πάντως, τις νέες δραστηριότητες σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους ως αυτόματη αντικατάσταση των υφιστάμενων δεσμεύσεων της εταιρείας. Ωστόσο, έχει δηλώσει ότι θα εξετάσει με «ανοιχτό πνεύμα» πιθανές ευκαιρίες, είτε εντός του ομίλου είτε μέσω εξωτερικών συνεργασιών.

Η συμφωνία για το Όσναμπρικ, με την Aurelius να αποκτά την πλειοψηφία και τη Rafael Advanced Defense Systems, την ισραηλινή εταιρεία πίσω από το αντιπυραυλικό σύστημα Iron Dome, να παρέχει τεχνογνωσία, αποτελεί σύμφωνα με αναλυτές ένα μικρό βήμα για τη Volkswagen, αλλά ένα σημαντικό μήνυμα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Δείχνει ότι εταιρείες, συνδικάτα, περιφερειακές κυβερνήσεις και μέτοχοι μπορούν να συνεργαστούν για την επαναχρησιμοποίηση εργοστασίων που υπολειτουργούν.

Για τη Volkswagen η κίνηση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής μετά τη συμφωνία με τα συνδικάτα στις αρχές Σεπτεμβρίου για τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση στην 89χρονη ιστορία της. Το νέο αμυντικό κέντρο στο Όσναμπρικ πιθανότατα δεν θα χρειαστεί και τους 1.800 εργαζομένους του εργοστασίου, με τους εκπροσώπους τους να επιδιώκουν να εξασφαλίσουν απασχόληση και για τις εκατοντάδες που δεν θα βρουν θέση στη νέα δραστηριότητα.

Παραμένουν, επομένως, σημαντικά ερωτήματα για το μέλλον της μονάδας. Αυτό που θεωρείται ήδη δεδομένο είναι ότι το προσωπικό του Όσναμπρικ διαθέτει υψηλό επίπεδο βιομηχανικής τεχνογνωσίας. Για το συνδικάτο IG Metall, αυτή η τεχνογνωσία αποτελεί περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί και όχι κόστος που πρέπει απλώς να διαγραφεί.

Μια παλιά σχέση με νέα δεδομένα

Η αμυντική βιομηχανία έχει άλλωστε μακρά ιστορία αξιοποίησης των δυνατοτήτων της αυτοκινητοβιομηχανίας. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Volkswagen κατασκεύαζε όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό στο εργοστάσιό της στο Βόλφσμπουργκ, χρησιμοποιώντας καταναγκαστική εργασία. Μετά την απελευθέρωση του εργοστασίου από τα αμερικανικά στρατεύματα το 1945, η εταιρεία επέστρεψε στην πολιτική παραγωγή. Στις ΗΠΑ, αντίστοιχα, η Ford είχε μετατρέψει το Willow Run σε τεράστιο κέντρο πολεμικής παραγωγής, κατασκευάζοντας ένα βομβαρδιστικό B-24 Liberator κάθε 63 λεπτά.

Περισσότερες από οκτώ δεκαετίες αργότερα, η Ford εξετάζει ξανά έναν ρόλο στην αμυντική παραγωγή. Στελέχη της συναντήθηκαν φέτος με αξιωματούχους του αμερικανικού Πενταγώνου για να διερευνήσουν κατά πόσο η αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί να συμβάλει στην κατασκευή εξαρτημάτων για τις ένοπλες δυνάμεις. Στην Ευρώπη, η εταιρεία συμμετέχει στον ανταγωνισμό για την ανάπτυξη οχημάτων για τον βρετανικό στρατό και επιδιώκει να αυξήσει τις πωλήσεις των φορτηγών Ranger στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

Η συγκυρία ευνοεί τη νέα σύγκλιση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο την επανεκπαίδευση 600.000 ανθρώπων για την αμυντική βιομηχανία, την ώρα που οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες προετοιμάζονται για νέες περικοπές εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων. Παράλληλα, σημαντικό μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας που παραμένει ανενεργό στην αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά και στους κλάδους μηχανημάτων, επεξεργασμένων μετάλλων και χημικών, θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί για αμυντική παραγωγή, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανάγκες: μια αυτοκινητοβιομηχανία με πλεονάζον εργατικό δυναμικό και μια αμυντική βιομηχανία που χρειάζεται επειγόντως περισσότερους εργαζομένους. Η λύση μπορεί να βρίσκεται εν μέρει στη μεταξύ τους σύνδεση, αλλά όχι χωρίς κόστος και δυσκολίες. Οι δεξιότητες δεν ταιριάζουν πάντα, ούτε βρίσκονται οι εργαζόμενοι στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές όπου δημιουργούνται οι νέες θέσεις. Η άμυνα μπορεί να περιορίσει, αλλά δύσκολα να λύσει από μόνη της, το πρόβλημα απασχόλησης της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Photo by David Goldman on Unsplash

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα