Τράπεζες

Κλυδωνισμοί Blue Owl στην αγορά private credit των $1,8 τρισ.


Κλείσιμο «πυλών» σε fund, μαζικές ρευστοποιήσεις και φόβοι για φούσκα στην AI επαναφέρουν μνήμες 2008

Έντονες ανησυχίες διαπερνούν την αγορά ιδιωτικών πιστώσεων (private credit) των 1,8 τρισ. δολαρίων, με τη Blue Owl Capital Inc. να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κρίσης εμπιστοσύνης που ήδη συμπαρασύρει τον κλάδο.

Ο συν-διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Marc Lipschultz, επιχείρησε να καθησυχάσει τους αναλυτές, υπενθυμίζοντας προηγούμενες περιόδους πανικού — από την πανδημία Covid-19 έως την κατάρρευση της Silicon Valley Bank. Ωστόσο, η συγκυρία φαίνεται διαφορετική: οι μετοχές της Blue Owl κατέγραψαν 11 συνεχόμενες ημέρες πτώσης, τη χειρότερη επίδοση από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο πριν σχεδόν πέντε χρόνια.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, επενδυτές απέσυραν πάνω από το 15% του καθαρού ενεργητικού ενός τεχνολογικά προσανατολισμένου fund της εταιρείας. Και την περασμένη εβδομάδα, η Blue Owl προχώρησε σε μια δραστική κίνηση: έκλεισε μόνιμα τις «πύλες» (gates) ενός fund 1,6 δισ. δολαρίων, εμποδίζοντας τις τριμηνιαίες αναλήψεις που έως τότε επιτρέπονταν, και ξεκίνησε πώληση περιουσιακών στοιχείων για επιστροφή κεφαλαίων.

Σήμα κινδύνου για τον κλάδο

Η αγορά αντέδρασε άμεσα. Η μετοχή της Blue Owl υποχώρησε έως και 10% σε μία ημέρα, συμπαρασύροντας και άλλους κολοσσούς της ιδιωτικής πίστωσης, όπως οι Ares Management Corp., Blackstone Inc. και Apollo Global Management Inc..

Συνολικά, η κεφαλαιοποίηση της Blue Owl έχει μειωθεί σχεδόν κατά 60% τους τελευταίους 13 μήνες, παρότι τα έσοδά της συνέχισαν να αυξάνονται. Το γεγονός ότι ο περιορισμός αναλήψεων σε ένα fund οδήγησε σε απώλεια 2,4 δισ. δολαρίων σε χρηματιστηριακή αξία αποτυπώνει την ένταση της νευρικότητας.

Το fund OBDC II — το οποίο είχε ήδη περιορισμούς αναλήψεων καθώς εξεταζόταν συγχώνευσή του με άλλο όχημα — βρίσκεται στο επίκεντρο. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα πουλήσει περίπου το ένα τρίτο των δανείων του και θα επιστρέψει το 30% των κεφαλαίων στους επενδυτές μέσα στις επόμενες 45 ημέρες.

Μνήμες από το 2007

Η αναταραχή έχει προκαλέσει συγκρίσεις με την προ της κρίσης περίοδο. Ο Orlando Gemes της Fourier Asset Management μίλησε για «κόκκινες σημαίες που θυμίζουν έντονα το 2007», επισημαίνοντας χαλάρωση προστασιών για τους δανειστές και πολύπλοκες δομές ρευστότητας που συγκαλύπτουν το χάσμα μεταξύ προσδοκιών και πραγματικής δυνατότητας εξόδου.

Αντίστοιχα, ο πρώην επικεφαλής της Pacific Investment Management Co., Mohamed El-Erian, διερωτήθηκε εάν πρόκειται για «καναρίνι στο ανθρακωρυχείο» για την ιδιωτική πίστωση.

Η αγορά ιδιωτικής πίστωσης έχει μετατραπεί από εξειδικευμένη δραστηριότητα σε βασικό πυλώνα της παγκόσμιας χρηματοδότησης, χρηματοδοτώντας από data centers έως εξαγορές δισεκατομμυρίων σε εταιρείες λογισμικού και υγείας. Ωστόσο, η περιορισμένη διαφάνεια και οι αποτιμήσεις που βασίζονται σε σπάνιες συναλλαγές τροφοδοτούν διαχρονικά αμφιβολίες.

Το στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη

Η Blue Owl έχει βρεθεί στο επίκεντρο και για την επιθετική της τοποθέτηση στην υποδομή AI. Το 2025 εξαγόρασε την IPI Partners έναντι 1 δισ. δολαρίων, αποκτώντας πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία άνω των 10 δισ. δολαρίων και τον έλεγχο της Stack Infrastructure. Παράλληλα, συνεργάστηκε με την Qatar Investment Authority για πλατφόρμα μόνιμου κεφαλαίου 3 δισ. δολαρίων σε data centers.

Η εταιρεία έχει συμμετάσχει σε χρηματοδοτήσεις δισεκατομμυρίων για έργα με την Oracle Corp., την OpenAI και τη Meta Platforms Inc., περιλαμβανομένου project άνω των 27 δισ. δολαρίων στη Λουιζιάνα.

Η McKinsey εκτιμά ότι έως το 2030 θα απαιτηθούν 5,2 τρισ. δολάρια για να καλυφθεί η ζήτηση υπολογιστικής ισχύος AI. Ωστόσο, επενδυτές όπως ο Ray Dalio της Bridgewater Associates έχουν προειδοποιήσει ότι η AI ενδέχεται να βρίσκεται στα πρώτα στάδια φούσκας.

Ταυτόχρονα, η έκθεση της Blue Owl σε εταιρείες λογισμικού — όπως οι RLDatix και Smartsheet — δημιουργεί ανησυχίες, καθώς η άνοδος εργαλείων όπως το ChatGPT της OpenAI ή το Claude της Anthropic ενδέχεται να αλλάξει ριζικά το τοπίο.

Ρευστότητα και «εκδημοκρατισμός» των ιδιωτικών αγορών

Τα funds υπό πίεση αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό των συνολικών περιουσιακών στοιχείων της Blue Owl (άνω των 300 δισ. δολαρίων στο τέλος του 2025). Ωστόσο, οι λεγόμενες business development companies είναι από τα πιο «ορατά» οχήματα της ιδιωτικής πίστωσης, καθώς δημοσιοποιούν τα δάνεια και τις αποτιμήσεις τους — και είναι πιο προσβάσιμα σε ιδιώτες επενδυτές.

Καθώς ο κλάδος επιχειρεί να αντλήσει κεφάλαια από τα 14 τρισ. δολάρια των αμερικανικών συνταξιοδοτικών λογαριασμών, αυξάνεται και η πολιτική πίεση. Η γερουσιαστής Elizabeth Warren κάλεσε για αυστηρότερη εποπτεία, καταγγέλλοντας ότι «σκιώδεις εταιρείες ιδιωτικής πίστωσης μπλοκάρουν αιφνιδίως τις αναλήψεις επενδυτών».

Η Mara Dobrescu της Morningstar Inc. τόνισε ότι τα ημι-ρευστά funds απαιτούν επενδυτές ικανούς να αντέξουν πολυετή δέσμευση κεφαλαίων, θέτοντας όρια στη λεγόμενη «δημοκρατικοποίηση» των ιδιωτικών αγορών.

Μετατόπιση ρίσκου;

Αναλυτές της Barclays προειδοποίησαν ότι η πώληση δανείων σε συνδεδεμένους ασφαλιστικούς οργανισμούς — όπως η Kuvare, με την οποία η Blue Owl έχει εταιρική σχέση — μπορεί να δυσχεράνει την ιχνηλάτηση του κινδύνου στο μη τραπεζικό σύστημα.

Το ερώτημα πλέον είναι αν η υπόθεση Blue Owl αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο ή προάγγελο ευρύτερης αποσταθεροποίησης. Όπως σημείωσε ο Kentaro Otani της Siguler Guff, «οι κακές πιστωτικές αποφάσεις οδηγούν σε αποκαλύψεις ασυμφωνιών ρευστότητας — και αυτό είναι πάντα επικίνδυνο».

Σε μια αγορά που επί χρόνια διαφήμιζε διψήφιες αποδόσεις με περιορισμένους κινδύνους, η πραγματικότητα της ρευστότητας και της αποτίμησης φαίνεται να επανέρχεται στο προσκήνιο — δοκιμάζοντας τα όρια ενός από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής σκηνής.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα