Οι servicers και τα fund των κόκκινων δανείων είναι "τράπεζες" με την έννοια του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή απλώς διεκπεραιωτές απαιτήσεων; Θέτοντας αυτό το νομικό ερώτημα, το ΣτΕ "παγώνει" τις ποινές που είχε επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε στελέχη εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και παραπέμπει το θέμα στο Δικαστήριο της ΕΕ.
Από την απάντηση του θα εξαρτηθεί αν οι ποινές θα ισχύσουν τελικά, ή αν οι κατηγορηθέντες για σωρεία παραβάσεων τη νομοθεσίας θα βρεθούν "εκτός δικαιοδοσίας" της ΤτΕ και θα μπορέσουν να συνεχίσουν απρόσκοπτα το... "θεάρεστο έργο τους" σε βάρος των δανειοληπτών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επελήφθη του θέματος μετά από καταγγελίες και επέβαλε σε επικεφαλής των συγκεκριμένων εταιρειών βαριά χρηματικά πρόστιμα και επιπλέον διετή αποκλεισμό τους από κάθε σχετική δραστηριότητα.
Για την επιβολή των ποινών η ΤτΕ βασίστηκε στην εκτίμηση ότι οι servicers αποτελούν «χρηματοδοτικά ιδρύματα», στα οποία εφαρμόζεται το κυρωτικό σύστημα του νόμου 4261/2014 (που αφορά τράπεζες).
Το ΣτΕ αμφισβητεί τη νομική βάση των κυρώσεων, εκτιμώντας ότι οι εταιρείες αυτές, αν και ελέγχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν ασκούν τραπεζικές εργασίες, αλλά περιορίζονται στη λογιστική και δικαστική είσπραξη απαιτήσεων. Δεν ισχύουν λοιπόν για αυτές οι αυστηροί κανόνες εποπτείας των τραπεζών.
Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετεί την άποψη ότι οι servicers λειτουργούν ως οντότητες ειδικού σκοπού που εκτελούν πράξεις διαχειριστικού factoring, γεγονός που τις διαφοροποιεί δομικά από τα ιδρύματα που διαχειρίζονται πιστωτικούς κινδύνους. Δεν καταλήγει πάντως σε τελεσίδικη απόφαση, αλλά προτιμά να δώσει την "καυτή πατάτα" στο Δικαστήριο της ΕΕ.
Εάν εκείνο επικυρώσει αυτή την άποψη, οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί θα καταρρεύσουν ως νομικά αστήρικτες.