Ισχυρή κερδοφορία, υψηλή ρευστότητα και κεφαλαιακά αποθέματα που παρέχουν σημαντικές άμυνες απέναντι σε ενδεχόμενους κραδασμούς διαπιστώνει η Moody’s στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Πίσω, όμως, από τη βελτιωμένη εικόνα των ισολογισμών, ο οίκος αξιολόγησης εντοπίζει τέσσερις εστίες κινδύνου που επαναφέρουν στο προσκήνιο παλιές αδυναμίες και δημιουργούν νέες απαιτήσεις για τις τράπεζες: την επανεμφάνιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, την υψηλή συμμετοχή των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων στα κεφάλαια, τις κυβερνοεπιθέσεις και την επιδείνωση του εξωτερικού οικονομικού περιβάλλοντος.
Στην ανάλυσή της, με αφορμή την τελευταία Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, η Moody’s εκτιμά ότι οι κίνδυνοι παραμένουν διαχειρίσιμοι για τις τράπεζες που αξιολογεί, οι οποίες καλύπτουν περίπου το 93% του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Προς το παρόν, δεν συνιστούν λόγο αναθεώρησης της πιστωτικής εικόνας τους. Η προειδοποίηση, ωστόσο, είναι σαφής: ένας συνδυασμός νέων επισφαλειών και ενός ισχυρού εξωτερικού οικονομικού σοκ θα μπορούσε να δοκιμάσει τις αντοχές ακόμη και των τραπεζών που εμφανίζουν σήμερα ισχυρούς δείκτες.
Σύμφωνα με τη Moody's, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν αφορά τον συνολικό δείκτη των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο οποίος παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, αλλά στις νέες εισροές προβληματικών απαιτήσεων. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια ύψους 1,7 δισ. ευρώ που μέχρι πρότινος εξυπηρετούνταν κανονικά μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ επέστρεψαν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης. Η καθαρή αυτή επιδείνωση οδήγησε σε αύξηση κατά 9,3% του συνολικού αποθέματος των NPLs μέσα σε έξι μήνες.
Η ισχυρή εικόνα και οι αδυναμίες κάτω από την επιφάνεια
Τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 επιβεβαιώνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον σημαντικές δυνατότητες παραγωγής κερδών. Η απόδοση ενεργητικού διαμορφώθηκε στο 1,3% και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 12,1%, ενώ ο δείκτης κόστους προς έσοδα περιορίστηκε στο 37,8%, έναντι 54,6% κατά μέσο όρο στις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η λειτουργική αποτελεσματικότητα αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα του εγχώριου κλάδου. Συγκεκριμένα, οι τράπεζες έχουν περιορίσει σημαντικά το λειτουργικό τους κόστος και αξιοποιούν πλέον καλύτερα την αύξηση των εσόδων τους, δημιουργώντας μεγαλύτερη δυνατότητα εσωτερικής παραγωγής κεφαλαίων.
Στην κεφαλαιακή επάρκεια, ωστόσο, η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 16% για τις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Αντίθετα, στο μέτωπο της ρευστότητας η εικόνα είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις βρίσκεται στο 63,5%, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των τραπεζών του SSM.