Τράπεζες

"Ρωγμές" στο private credit απειλούν να βαθύνουν την κρίση του private equity


Η ταχεία άνοδος του private credit υπήρξε για περισσότερο από μία δεκαετία βασικός μοχλός της παγκόσμιας αγοράς εξαγορών. Σήμερα όμως, καθώς εμφανίζονται σημάδια πίεσης στην αγορά των 3 τρισ. δολαρίων, εντείνεται ο φόβος ότι τα προβλήματα δεν θα περιοριστούν στους δανειστές, αλλά θα μεταφερθούν βαθύτερα στο private equity.

Οι δύο πυλώνες των ιδιωτικών αγορών έχουν πλέον αλληλοσυνδεθεί στενά. Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι παραδοσιακές τράπεζες περιόρισαν δραστικά τη χρηματοδότηση εξαγορών και τη θέση τους κάλυψαν τα funds άμεσου δανεισμού. Έτσι, μεγάλο μέρος των εξαγορών από private equity στηρίχθηκε σε ιδιωτική πίστωση, δημιουργώντας μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, περίπου το 80% των εξαγορών με μόχλευση χρηματοδοτείται πλέον από private credit. Για τα funds του private equity οι ιδιωτικοί δανειστές προσέφεραν ταχύτερες διαδικασίες, μεγαλύτερη ευελιξία και πιο εξατομικευμένες δομές χρηματοδότησης από ό,τι οι τράπεζες.

Ωστόσο, αυτή η στενή σύνδεση μετατρέπεται τώρα σε πηγή κινδύνου.

Καθώς οι δανειστές γίνονται πιο επιφυλακτικοί, αυξάνουν τα περιθώρια επιτοκίων και απαιτούν αυστηρότερους όρους προστασίας, το κόστος χρηματοδότησης νέων εξαγορών ανεβαίνει αισθητά. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα νέων συμφωνιών και πιέζει προς τα κάτω τις αποτιμήσεις.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση για τις ήδη υπάρχουσες εταιρείες στα χαρτοφυλάκια private equity. Πολλές από αυτές αποκτήθηκαν την περίοδο 2019-2022, όταν τα επιτόκια ήταν χαμηλά, οι αποτιμήσεις υψηλές και η μόχλευση επιθετική. Σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με ακριβότερη εξυπηρέτηση χρέους, δυσκολότερες αναχρηματοδοτήσεις και αυστηρότερους όρους δανεισμού.

Για πιο αδύναμες επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει πιεσμένες ταμειακές ροές, περιορισμένες επιλογές εξόδου και αυξανόμενο κίνδυνο υποαπόδοσης.

Παράλληλα, οι απομειώσεις στην αξία των δανείων που διακρατούν τα funds private credit στέλνουν προειδοποιητικό μήνυμα για την υγεία των ίδιων των εταιρειών. Όταν υποχωρεί η αξία του χρέους, συχνά ακολουθεί πίεση και στις αποτιμήσεις των συμμετοχών private equity, κάτι που μεταφράζεται σε χαμηλότερες αποδόσεις για τους επενδυτές.

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: πιο αδύναμες εταιρείες σημαίνουν δυσκολότερες πωλήσεις συμμετοχών, χαμηλότερες επιστροφές κεφαλαίου και μικρότερη διάθεση επενδυτών να τοποθετήσουν νέα χρήματα σε νέα funds.

Η πίεση είναι ήδη ορατή. Η παγκόσμια δραστηριότητα εξαγορών private equity υποχώρησε κατά 14% στο πρώτο τρίμηνο σε ετήσια βάση, καθώς γεωπολιτική αβεβαιότητα, αναταράξεις στο private credit και αυστηρότερος έλεγχος επενδυτικών επιτροπών περιορίζουν την όρεξη για ρίσκο.

Πέρα όμως από τον βραχυπρόθεσμο κύκλο, η τρέχουσα συγκυρία αναδεικνύει και το ερώτημα, αν το μοντέλο των ιδιωτικών αγορών μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται στην υπόσχεση υψηλών αποδόσεων με περιορισμένο κίνδυνο.

Για χρόνια, private equity και private credit θεωρούνταν σχεδόν «ασφαλές στοίχημα» για θεσμικούς επενδυτές. Σήμερα, αυτή η εικόνα δοκιμάζεται.

Οι μεγάλοι διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων, που δραστηριοποιούνται και στους δύο τομείς, εμφανίζονται καθησυχαστικοί, υποστηρίζοντας ότι οι πιέσεις είναι διαχειρίσιμες και όχι συστημικές. Ωστόσο, ακόμη και τραπεζικοί κολοσσοί όπως η JPMorgan αναγνωρίζουν χαλάρωση στα κριτήρια δανεισμού και αυξημένη προσοχή γύρω από την ποιότητα ενεργητικού.

Η αγορά βλέπει τώρα ξεκάθαρα, ότι όταν το private credit πιέζεται, το private equity δύσκολα μένει ανεπηρέαστο. Και όσο η χρηματοδότηση στενεύει, τόσο βαθύτερη μπορεί να γίνει η κρίση στις ιδιωτικές αγορές.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα