Νέα δεδομένα γύρω από το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των φαρμακευτικών προϊόντων φέρνει στο φως μελέτη του Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, υπό την εποπτεία του καθηγητή Νίκου Θωμαΐδη. Την έρευνα παρουσίασαν από κοινού τρεις βασικοί φορείς του κλάδου: η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) και ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φαρμάκων Ευρείας Χρήσης (ΕΦΕΧ).
Η μεθοδολογία και τα ευρήματα σε Ψυττάλεια και Λάρισα
Η ερευνητική ομάδα προχώρησε σε συστηματικές δειγματοληψίες και αναλύσεις στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων της Ψυττάλειας (για την περιοχή της Αθήνας) και της Λάρισας. Στόχος ήταν η εξέταση ενός ευρέος φάσματος μικρορύπων και η αποτίμηση της επίδρασής τους στο συνολικό οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων νερών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο συνολικό τοξικό φορτίο περιορίζεται μόλις στο 7% κατά μέσο όρο στις δύο μονάδες.
Το εύρημα αυτό αποκλίνει ριζικά από τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία —στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων για την αναθεώρηση της σχετικής Οδηγίας— είχε αποδώσει στις φαρμακευτικές ουσίες περίπου το 66% του συνολικού τοξικού φορτίου των μικρορύπων.
Οι πολιτικές προεκτάσεις και η ευρωπαϊκή Οδηγία (UWWTD)
Η μελέτη καταδεικνύει ότι η μικρορύπανση στα αστικά λύματα είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, όπου τα φάρμακα διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες ρύπων.
Ενόψει της εφαρμογής της νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα αστικά λύματα (UWWTD), οι τρεις σύνδεσμοι (ΠΕΦ, ΣΦΕΕ, ΕΦΕΧ) τονίζουν την αναγκαιότητα το μέτρο της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού (EPR) να βασίζεται σε αυστηρά, σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα. Η χάραξη πολιτικής, όπως επισημαίνουν, οφείλει να αντανακλά την πραγματική βαρύτητα κάθε πηγής ρύπανσης, διαμορφώνοντας στοχευμένες παρεμβάσεις και σαφείς προτεραιότητες που συνδέουν την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας με τη βιώσιμη ανάπτυξη.