Οικονομία

DEF: Επιδότηση έως 36.000 ευρώ για ανακαινίσεις κατοικιών


Στο επίκεντρο στεγαστικό και δημογραφικό

Δύο αλληλένδετες προκλήσεις συνιστούν πλέον το δημογραφικό και το στεγαστικό ζήτημα, με τις επιπτώσεις να είναι πολλαπλές και την αναζήτηση των κατάλληλων πολιτικών να συνεχίζεται. Στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, που πραγματοποιείται στους Δελφούς 22- 25 Απριλίου, εκπρόσωποι της Πολιτείας και ακαδημαϊκοί ανέλυσαν τα δεδομένα και κατέθεσαν προτάσεις για την αντιμετώπιση των δύο κρίσεων. Μεταξύ αυτών ένα νέο πρόγραμμα ανακαινίσεων, το οποίο θα ξεκινήσει τον Μάιο, με επιδοτήσεις έως και 36.000 ευρώ ανά διαμέρισμα.

Ο Κωνσταντίνος Γλούμης-Ατσαλάκης, Γενικός Γραμματέας Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, υπογράμμισε ότι η στεγαστική κρίση και το δημογραφικό συγκαταλέγονται στις πιο κρίσιμες προκλήσεις, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών.

«Αυτή τη στιγμή διαμορφώνουμε μια εθνική στρατηγική για τη στέγαση, η οποία συγκεντρώνει όλους τους φορείς, πέρα από το Υπουργείο, που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση και να ενεργοποιηθούν, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της συγκυρίας. Παράλληλα, καταγράφουμε και όλα τα σχετικά προγράμματα. Αυτή τη στιγμή υλοποιούμε μια στεγαστική πολιτική, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από 45 προγράμματα στεγαστικού χαρακτήρα από πολλά διαφορετικά Υπουργεία», είπε ο κ. Γλούμης-Ατσαλάκης, κατά τη διάρκεια της συζήτησης που συντόνισε ο Ηλίας Νικολαϊδης, Content Director της διαΝΕΟσις.

Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής, τα προγράμματα αυτά έχουν συγκεντρωθεί σε επίπεδο εποπτείας στο Υπουργείο, αλλά και σε μια ψηφιακή πύλη στεγαστικής πολιτικής, προσβάσιμη σε όλους. Κάτι που, όπως σημείωσε, διευκολύνει τη βελτίωση και τη στόχευση των προγραμμάτων και των πολιτικών. «Μιλάμε για έναν προϋπολογισμό ο οποίος φτάνει τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ και συνεχώς αυξάνεται», ανέφερε ο κ. Γλούμης-Ατσαλάκης. Πρόσθεσε ότι μέσω του Stegasi.gov.gr, όπως ονομάζεται η ψηφιακή πύλη, υπάρχει και λογοδοσία ως προς τον τρόπο αξιοποίησης αυτών των προγραμμάτων.

Αναφερόμενος στα επιμέρους μέτρα, στάθηκε στην κοινωνική αντιπαροχή, μέσω της οποίας ανενεργά επί δεκαετίες οικόπεδα του Δημοσίου θα προσφέρονται, μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας, σε ιδιώτες, ώστε να τα αναπτύξουν, διαθέτοντας τουλάχιστον το 30% για κοινωνική κατοικία με χαμηλότερο μίσθωμα από εκείνο της αγοράς. «Γίνεται ένας μεγάλος αγώνας να καταγράψουμε αυτά τα ακίνητα, να τα ωριμάσουμε νομικά και τεχνικά και να προχωρήσουν άμεσα οι σχετικοί διαγωνισμοί», τόνισε ο κ. Γλούμης-Ατσαλάκης.

Στάθηκε επίσης στο νέο πρόγραμμα ανακαινίσεων, το οποίο θα ξεκινήσει τον Μάιο, με επιδοτήσεις έως και 36.000 ευρώ ανά διαμέρισμα, προκειμένου να πραγματοποιηθούν ανακαινίσεις και ήπιες ενεργειακές παρεμβάσεις. Στόχος είναι να ωφεληθούν τουλάχιστον 20.000 κατοικίες και διαμερίσματα, ενισχύοντας τόσο το κτιριακό απόθεμα όσο και την ποιότητα της κατοικίας.

Ο Θωμάς Μαλούτας, Ομότιμος Καθηγητής και Ομότιμος Ερευνητής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), τόνισε πως το στεγαστικό έχει πλέον αναδειχθεί και στην Ελλάδα, όπου για πολλές δεκαετίες το πρόβλημα φαινόταν να έχει αντιμετωπιστεί μέσω της αυτοστέγασης και της αντιπαροχής. Όπως ανέφερε, η αλλαγή αυτού του μοντέλου ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και εντάθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.

«Το πέρασμα από τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 στην κρίση και στη μετά την κρίση εποχή μετατρέπει την κατοικία από αξία χρήσης σε επενδυτικό προϊόν. Και αυτό αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα», εξήγησε ο κ. Μαλούτας. Υπογράμμισε πως οι πολιτικές που επιχείρησαν και επιχειρούν να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση παραμένουν ανεπαρκείς, είτε επειδή οι κυβερνήσεις ήταν δεσμευμένες από τις συνθήκες λιτότητας είτε επειδή, κατά την άποψή του, η αγορά αντιμετωπίζεται ως ο βασικός δρόμος για την επίλυση του ζητήματος. Πρόσθεσε πως απαιτούνται περισσότερες ρυθμίσεις στην αγορά ακινήτων, ώστε να υπάρξει διέξοδος.

Η Αλεξάνδρα Τραγάκη, Καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, υπογράμμισε ότι το δημογραφικό συνδέεται με το στεγαστικό κυρίως μέσω της δυσκολίας των νέων να στεγάσουν τις οικογένειές τους, υπάρχει όμως και ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας: η μακροζωία. Όπως ανέφερε, ο αριθμός των ατόμων άνω των 65 ετών αυξάνεται, όπως και το προσδόκιμο ζωής, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια νέα κατηγορία ζήτησης για κατοικία, αλλά και για διαφοροποιημένες μορφές στέγασης.

«Η μακροζωία αλλάζει το τοπίο της στέγασης με έναν τρόπο που δεν λαμβάνουμε επαρκώς υπόψη ούτε στις πολιτικές μας ούτε στον σχεδιασμό. Περισσότεροι ηλικιωμένοι ζουν σήμερα σε μεγάλα σπίτια, σε κατοικίες που υπερβαίνουν τόσο τις ανάγκες όσο και τις δυνατότητές τους, ακόμη και ως προς τη συντήρησή τους», σημείωσε η κυρία Τραγάκη. Τόνισε, επίσης, πως λόγω της μακροζωίας, γενιές που ανέμεναν να κληρονομήσουν την κατοικία των γονιών τους για να στεγάσουν τη δική τους οικογένεια ενδέχεται τελικά να μη φτάσουν ποτέ σε αυτό το στάδιο, με αποτέλεσμα το ακίνητο να περνά απευθείας στα εγγόνια. Αυτό, όπως εξήγησε, περιορίζει σημαντικά την κινητικότητα των κατοικιών και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς.

Παράλληλα, παρατηρείται μετατόπιση της ζήτησης προς μικρότερες κατοικίες, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στις τιμές. Μια ακόμη επίδραση της αύξησης του αριθμού των ηλικιωμένων στην αγορά κατοικίας είναι, κατά την κ. Τραγάκη, η μεταβολή και της γεωγραφικής κατανομής της κατοικίας. Όπως σημείωσε, δεν γίνεται επαρκής συζήτηση για την κοινωνική κατοικία που αφορά και τους ηλικιωμένους, κάτι που θα μπορούσε να συμβάλει και στην ενίσχυση της γονιμότητας και των οικογενειών. Συμπλήρωσε ότι το δημογραφικό δεν συνιστά πλέον απλώς ένα πρόβλημα, αλλά μια μετάβαση σε μια νέα κατάσταση, στην οποία οφείλουμε να προσαρμοστούμε.

Η Δήμητρα Σιατίτσα, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Πολεοδομίας και Χωροταξίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, επισήμανε ότι το ζήτημα της προσιτής στέγης αφορά το σύνολο της χώρας και σχετίζεται άμεσα τόσο με το κόστος ζωής σε σχέση με τα εισοδήματα όσο και με ένα πιο δομικό ζήτημα: την αποσύνδεση της παραγωγής κατοικίας και των επενδύσεων από τις πραγματικές ανάγκες και δυνατότητες των κατοίκων.

Εξήγησε πως το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στις περιοχές με τουριστική πίεση, αλλά επεκτείνεται και σε πολλές επαρχιακές πόλεις, καθώς και σε ορεινές περιοχές που αντιμετωπίζουν εγκατάλειψη και δημογραφική συρρίκνωση. «Η στεγαστική κρίση έχει ισχυρή περιφερειακή και τοπική διάσταση, και αυτό είναι καθοριστικό τόσο για τη διάγνωση του προβλήματος και την παρακολούθηση των επιπτώσεων στις τοπικές αγορές όσο και για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των απαιτούμενων λύσεων», υποστήριξε η κυρία Σιατίτσα.

Χαρακτήρισε ως κρίσιμο ζητούμενο την αποκέντρωση της στεγαστικής πολιτικής, όχι με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς πόρους και θεσμικό πλαίσιο, αλλά με ουσιαστικό τρόπο, στο πλαίσιο μιας πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με σαφή κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων και με ενισχυμένο ρόλο για τους δήμους και τις τοπικές κοινωνίες. Σύμφωνα με την κυρία Σιατίτσα, στην Ελλάδα η στεγαστική πολιτική παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωτική και οριζόντια. «Το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα αντιμετωπίζει την κατοικία ως δικαίωμα και όχι ως επενδυτικό προϊόν», κατέληξε.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα