Μια φορολογική παγίδα που μπορεί να μετατραπεί σε σημαντική επιβάρυνση περιμένει χιλιάδες φορολογούμενους στο τέλος του 2026, εάν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου δεν έχουν πραγματοποιήσει το απαιτούμενο ύψος ηλεκτρονικών δαπανών.
Ο κανόνας είναι γνωστός, αλλά η εφαρμογή του μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επώδυνη για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει μέσα στη χρονιά τις συναλλαγές τους.
Οι φορολογούμενοι πρέπει να καλύψουν με ηλεκτρονικές πληρωμές δαπάνες που αντιστοιχούν στο 30% του πραγματικού εισοδήματός τους, με ανώτατο απαιτούμενο ποσό δαπανών τις 20.000 ευρώ. Εάν το απαιτούμενο όριο δεν καλυφθεί, η διαφορά επιβαρύνεται με 22%, το οποίο προστίθεται στον φόρο εισοδήματος.
Η παγίδα γίνεται ακόμη πιο εμφανής για όσους αφήνουν τις ηλεκτρονικές πληρωμές για τους τελευταίους μήνες του έτους, καθώς δεν αρκεί απλώς να έχουν πραγματοποιήσει δαπάνες. Θα πρέπει αυτές να ανήκουν στις κατηγορίες που αναγνωρίζονται από τη φορολογική νομοθεσία και να έχουν εξοφληθεί με επιλέξιμο ηλεκτρονικό τρόπο.
Πώς λειτουργεί η επιβάρυνση
Ο μηχανισμός είναι απλός: εφόσον ένας φορολογούμενος έχει πραγματικό εισόδημα 20.000 ευρώ, θα πρέπει να έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες ύψους τουλάχιστον 6.000 ευρώ.
Εάν μέχρι το τέλος του έτους έχει συγκεντρώσει ηλεκτρονικές αγορές και πληρωμές ύψους 5.000 ευρώ, υπάρχει έλλειμμα 1.000 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν φορολογείται με τον κανονικό φορολογικό συντελεστή του εισοδήματος, αλλά επιβαρύνεται αυτοτελώς με 22%. Έτσι, η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση ανέρχεται σε 220 ευρώ.
Για εισόδημα 30.000 ευρώ, το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών ανέρχεται σε 9.000 ευρώ. Εάν ο φορολογούμενος έχει καλύψει μόνο 7.000 ευρώ, η διαφορά των 2.000 ευρώ δημιουργεί πρόσθετο φόρο 440 ευρώ.
Το σημαντικό είναι ότι το 22% επιβάλλεται πάνω στο ποσό που λείπει, όχι στο σύνολο των απαιτούμενων ηλεκτρονικών δαπανών.
Ποιες δαπάνες μετρούν
Στο απαιτούμενο όριο μπορούν να συνυπολογιστούν ηλεκτρονικές πληρωμές για ένα ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται δαπάνες για τρόφιμα, ένδυση και υπόδηση, υπηρεσίες και είδη νοικοκυριού, υγεία, μεταφορές, επικοινωνίες, εκπαίδευση, εστίαση, ξενοδοχεία, αναψυχή και άλλες υπηρεσίες.
Οι δαπάνες μπορούν να έχουν εξοφληθεί με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες, προπληρωμένες κάρτες, μέσω e-banking, μεταφοράς χρημάτων, πάγιων εντολών, ηλεκτρονικών πορτοφολιών και άλλων αναγνωρισμένων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής.
Δεν απαιτείται, μάλιστα, η συλλογή χάρτινων αποδείξεων. Ωστόσο, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν την ηλεκτρονική εξόφληση, εφόσον αυτό απαιτηθεί, μέσω των κινήσεων λογαριασμών, των καρτών ή άλλων σχετικών παραστατικών.
Διπλές οι ιατρικές δαπάνες
Ιδιαίτερη σημασία έχει για το 2026 η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες για ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες προσμετρώνται στο διπλάσιο για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου ηλεκτρονικών δαπανών.
Παράλληλα, για συγκεκριμένες κατηγορίες υπηρεσιών εξακολουθεί να ισχύει για το 2026 το φορολογικό κίνητρο της έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα κατά 30% των ηλεκτρονικών δαπανών, μέχρι το όριο των 5.000 ευρώ.
Η «ανάσα» για όσους έχουν μεγάλες υποχρεώσεις
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική δικλίδα ασφαλείας για φορολογούμενους που έχουν ιδιαίτερα υψηλές υποχρεώσεις. Εάν οι ηλεκτρονικά εξοφλημένες δαπάνες για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, δόσεις δανείων και ενοίκια υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του πραγματικού εισοδήματος, τότε το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών δαπανών περιορίζεται από το 30% στο 20% του εισοδήματος.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αφορά φορολογούμενους που, λόγω των συγκεκριμένων υποχρεώσεων, έχουν περιορισμένη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν επιπλέον καταναλωτικές δαπάνες με ηλεκτρονικό χρήμα.
Προσοχή στο πραγματικό εισόδημα
Ένα από τα σημεία που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή είναι ο τρόπος υπολογισμού της βάσης πάνω στην οποία εφαρμόζεται το 30%. Η νομοθεσία συνδέει το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών με το πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, με ανώτατο απαιτούμενο ποσό δαπανών τα 20.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι φορολογούμενοι με περισσότερες από μία πηγές εισοδήματος θα πρέπει να ελέγξουν προσεκτικά τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη, ώστε να γνωρίζουν εγκαίρως το πραγματικό ύψος των ηλεκτρονικών δαπανών που απαιτείται.