Ανοίγει σήμερα, Δευτέρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το σύστημα επιστροφής χρημάτων για επιχειρήσεις που κατέβαλαν δασμούς, οι οποίοι κρίθηκαν αντισυνταγματικοί από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε μια εξέλιξη με σημαντικές οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις για την εμπορική κληρονομιά του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ (CBP), που διαχειρίζεται τη διαδικασία, ανακοίνωσε ότι από τις 8 το πρωί τοπική ώρα οι εισαγωγείς και οι τελωνειακοί τους εκπρόσωποι θα μπορούν να υποβάλλουν αιτήματα επιστροφής μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Πρόκειται για το πρώτο βήμα μιας σύνθετης διαδικασίας, η οποία ενδέχεται σε μεταγενέστερο στάδιο να οδηγήσει ακόμη και σε επιστροφές προς καταναλωτές, εφόσον αποδειχθεί ότι είχαν επιβαρυνθεί με μέρος ή το σύνολο των συγκεκριμένων δασμών μέσω αυξημένων τιμών.
Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να δηλώσουν αναλυτικά τα εισαγόμενα προϊόντα για τα οποία κατέβαλαν φόρους δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίοι αργότερα ακυρώθηκαν δικαστικά. Εφόσον εγκριθεί ένα αίτημα, η CBP εκτιμά ότι η καταβολή της επιστροφής θα απαιτεί 60 έως 90 ημέρες.
Ωστόσο, η επεξεργασία θα γίνει σταδιακά, με προτεραιότητα στις πιο πρόσφατες πληρωμές δασμών. Παράλληλα, τεχνικά προβλήματα, ελλιπή στοιχεία ή διαδικαστικά ζητήματα μπορεί να επιβραδύνουν τις εγκρίσεις, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε μετακύλιση χρημάτων προς πελάτες θα γίνει αργά.
Η δικαστική ανατροπή των δασμών Τραμπ
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση 6-3 στις 20 Φεβρουαρίου, έκρινε ότι ο Τραμπ υπερέβη τις συνταγματικές αρμοδιότητές του όταν τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους επέβαλε νέους δασμούς σχεδόν σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, επικαλούμενος το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ ως «εθνική έκτακτη ανάγκη».
Η κυβέρνηση είχε χρησιμοποιήσει νόμο του 1977 περί εκτάκτων εξουσιών (IEEPA), όμως το δικαστήριο έκρινε ότι η φορολογική εξουσία ανήκει στο Κογκρέσο.
Αν και το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητά για τις επιστροφές, ακολούθησε απόφαση του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες που επιβαρύνθηκαν από αυτούς τους δασμούς δικαιούνται αποζημίωση.
Ποιοι δικαιούνται άμεσα επιστροφή
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα της CBP, περισσότεροι από 330.000 εισαγωγείς πλήρωσαν συνολικά περίπου 166 δισ. δολάρια για περισσότερες από 53 εκατ. αποστολές προϊόντων.
Ωστόσο, δεν είναι όλα τα ποσά άμεσα επιλέξιμα στην πρώτη φάση. Προτεραιότητα δίνεται σε περιπτώσεις όπου οι δασμοί είχαν εκτιμηθεί, αλλά όχι οριστικοποιηθεί ή βρίσκονται εντός 80 ημερών από την τελική εκκαθάριση.
Μέχρι τις 14 Απριλίου, 56.497 εισαγωγείς είχαν εγγραφεί στο ηλεκτρονικό σύστημα πληρωμών της υπηρεσίας και θεωρούνταν επιλέξιμοι για επιστροφές ύψους 127 δισ. δολαρίων μαζί με τόκους.
Ανησυχία για καθυστερήσεις και ρευστότητα
Νομικοί και λογιστικοί σύμβουλοι προειδοποιούν ότι η ακρίβεια των δηλώσεων είναι κρίσιμη, καθώς ένα λάθος σε αριθμούς καταχώρισης ή στα στοιχεία φορτίου μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη μέρους ή ολόκληρου του φακέλου.
Παράλληλα, αρκετές μικρές επιχειρήσεις περιμένουν τα χρήματα για να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους. Εισαγωγέας πούρων από τη Μινεσότα δήλωσε ότι η εταιρεία του πλήρωσε 34.000 δολάρια δασμούς πέρυσι, απορροφώντας μεγάλο μέρος του κόστους αντί να αυξήσει τις τιμές.
Όπως σημειώνει, αν η επιστροφή απαιτήσει μήνες, τότε δεν λύνει το πρόβλημα ταμειακών ροών που καλείται να αντιμετωπίσει.
Θα επιστραφούν χρήματα στους καταναλωτές;
Οι δασμοί καταβάλλονται από τους εισαγωγείς, οι οποίοι συχνά μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών. Το νέο σύστημα επιστρέφει χρήματα μόνο στις επιχειρήσεις και δεν τις υποχρεώνει να αποζημιώσουν τους πελάτες τους.
Παρόλα αυτά, στις ΗΠΑ εκκρεμούν ομαδικές αγωγές κατά εταιρειών όπως η Costco και η EssilorLuxottica, με στόχο να επιστραφούν ποσά στους καταναλωτές.
Πιο άμεσες επιστροφές ενδέχεται να δουν ιδιώτες που πλήρωσαν δασμούς απευθείας μέσω εταιρειών μεταφορών όπως η FedEx και η UPS. Η FedEx ανακοίνωσε ήδη ότι σκοπεύει να επιστρέψει στους πελάτες της όσα ποσά της αποδοθούν από την κυβέρνηση.
Η έναρξη της διαδικασίας σηματοδοτεί όχι μόνο μια μεγάλη λογιστική επιχείρηση, αλλά και μία ακόμη θεσμική ήττα για την εμπορική πολιτική Τραμπ, η οποία τώρα επιστρέφει μετρητά στην αγορά.