Οικονομία

Ποιες ελληνικές επιχειρήσεις θα πληρώσουν τους νέους δασμούς Τραμπ


Δυσανάλογο βάρος στις εξαγωγές διατροφικών προϊόντων, απαλλαγή για τις εξαγωγές πετρελαιοειδών

Αντιμέτωπες με νέο γύρο επιβαρύνσεων από δασμούς του Τραμπ βρίσκονται πολλές ελληνικές επιχειρήσεις με εξαγωγές στην αμερικανική αγορά, όμως τα βάρη δεν θα μοιρασθούν ομοιόμορφα: το... μάρμαρο θα πληρώσουν κυρίως οι εξαγωγείς διατροφικών προϊόντων, ενώ δεν προβλέπονται επιβαρύνσεις στις εξαγωγές πετρελαιοειδών.

Η πρόσφατη απόφαση του Τραμπ να επιβάλει οριζόντιους δασμούς 10% έως 12,5% στις εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργεί νέα δεδομένα στο διατλαντικό εμπόριο. Με το βλέμμα στραμμένο στις μακροοικονομικές επιπτώσεις και τις αντοχές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, τα επιτελεία στην Αθήνα παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η ένταξή της στο ενιαίο ευρωπαϊκό τελωνειακό μπλοκ την καθιστά άμεσα εκτεθειμένη στο νέο δασμολογικό καθεστώς. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πόσο ισχυροί θα είναι οι κραδασμοί στην πραγματική οικονομία, πώς θα αποτυπωθούν στα εταιρικά κέρδη των επόμενων τριμήνων και ποιοι κλάδοι θα κληθούν να απορροφήσουν το μεγαλύτερο κόστος.

Δασμοί για... καταναγκαστική εργασία

Η Ουάσιγκτον δικαιολόγησε το τρέχον κύμα δασμών επικαλούμενη την ελλιπή επιβολή των κανόνων κατά της καταναγκαστικής εργασίας από τους εμπορικούς της εταίρους. Η πολιτική αυτή δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Έτσι, τα ευρωπαϊκά προϊόντα που φτάνουν στα αμερικανικά λιμάνια επιβαρύνονται με τέλη που, αθροιστικά με τους όποιους υφιστάμενους φόρους, διαμορφώνουν ένα τείχος της τάξης του 10% ή 12,5%.

Ωστόσο, η αμερικανική παρέμβαση περιλαμβάνει στρατηγικές εξαιρέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά συγκεκριμένους κλάδους. Αγαθά όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα, ορισμένα κρίσιμα ορυκτά, τα αεροσκάφη, καθώς και επιλεγμένες κατηγορίες βασικών τροφίμων, εξαιρούνται από την επιβάρυνση. Η διάρθρωση αυτή αποτελεί μεν «ανάσα» για συγκεκριμένες βαριές βιομηχανίες, ωστόσο αφήνει εκτεθειμένους παραδοσιακούς πυλώνες της ελληνικής εξωστρέφειας.

Το αποτύπωμα των ΗΠΑ στις ελληνικές εξαγωγές

Για να κατανοηθεί το μέγεθος του δυνητικού αντίκτυπου, αρκεί μια ματιά στη διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, η αμερικανική αγορά απορροφά προϊόντα αξίας περίπου 2,4 δισ. ευρώ ετησίως (όπως καταγράφηκε το 2024, σημειώνοντας άνοδο 13,9% σε σχέση με το 2023). Το ποσό αυτό, αντιπροσωπεύει μόλις το 1% του ελληνικού ΑΕΠ. Αυτό το μακροοικονομικό δεδομένο δείχνει ότι, σε επίπεδο συστημικού κινδύνου, η ελληνική οικονομία είναι επαρκώς θωρακισμένη. Η εικόνα, όμως, αλλάζει όταν εστιάσουμε σε μικροοικονομικό και κλαδικό επίπεδο.

Τα τρόφιμα και τα ποτά κατέχουν ιστορικά τη μερίδα του λέοντος, αποτελώντας περίπου το 30,6% των ελληνικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Ακολουθούν τα πετρελαιοειδή (22,8%) και τα βιομηχανικά είδη (16,5%). Με τα πετρελαιοειδή να εμπίπτουν εν πολλοίς στις παγκόσμιες εξαιρέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, το βάρος της προσαρμογής μετατοπίζεται κυρίως στον αγροδιατροφικό τομέα.

Το crash test του 2025

Το φάντασμα του αμερικανικού προστατευτισμού δεν είναι πρωτόγνωρο για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η τρέχουσα οριζόντια επιβολή του 10% ξυπνά τις μνήμες από το πρώτο, επιθετικό πακέτο δασμών του Απριλίου 2025, γνωστό στην πολιτική ρητορική ως πακέτο της «Liberation Day». Η σύγκριση, ωστόσο, μεταξύ των δύο περιόδων αναδεικνύει μια κρίσιμη ποιοτική διαφορά: τη φύση της στόχευσης.

Εκείνη η πρώτη δέσμη μέτρων είχε τον χαρακτήρα χειρουργικού, στοχευμένου πλήγματος, επικεντρωμένη κυρίως σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά βιομηχανικά αγαθά και κωδικούς τεχνολογίας, σε μια προσπάθεια της αμερικανικής πλευράς να πιέσει για άμεσες εμπορικές παραχωρήσεις σε κρίσιμους τομείς του εμπορίου.

Για τις ελληνικές εξαγωγές, οι επιπτώσεις του 2025 λειτούργησαν ως ένα απότομο «stress test». Παρότι καταγράφηκε μια πρόσκαιρη καθίζηση σε επιλεγμένους εξαγωγικούς κλάδους, το γεγονός ότι οι δασμοί ήταν περιορισμένης περιμέτρου έδωσε τον απαραίτητο χρόνο σε πολλές ελληνικές επιχειρήσεις να αναδιατάξουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες και να αναζητήσουν νέες αγορές.

Σήμερα, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη. Η επιβολή ενός οριζόντιου 10% δεν λειτουργεί ως σημειακή κύρωση, αλλά σαν ένα μόνιμο «βαρίδι» ανταγωνιστικότητας που καλύπτει ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της ελληνικής παραγωγής. Σε αντίθεση με το πακέτο της «Liberation Day», όπου οι εταιρείες μπορούσαν ίσως να προσαρμόσουν το προϊοντικό τους μείγμα για να αποφύγουν τους δασμολογημένους κωδικούς, το σημερινό καθεστώς δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής, καθιστώντας την απορρόφηση του κόστους μια δυσκολότερη εξίσωση.

Ποιοι κλάδοι βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα

Η ιστορία διδάσκει ότι προϊόντα με ισχυρή εθνική ταυτότητα, όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, οι κομπόστες ροδάκινου και οι επιτραπέζιες ελιές, βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή των απωλειών.

Ενδεικτικά, οι εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς, που αποτελούν το «βαρύ πυροβολικό» της ελληνικής παρουσίας στις ΗΠΑ με αξία που το 2024 ξεπέρασε τα 214 εκατ. ευρώ (αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 28% των συνολικών εξαγωγών ελιάς), καλούνται τώρα να αντιμετωπίσουν αυτό το νέο καθεστώς αυξημένου κόστους. Σε συνδυασμό με τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις της ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου, η τελική τιμή στο ράφι για τον Αμερικανό καταναλωτή αυξάνεται οριζόντια, μειώνοντας κατακόρυφα την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού προϊόντος έναντι χωρών εκτός Ε.Ε.

Το αμέσως επόμενο διάστημα, το ενδιαφέρον θα στραφεί στην αποτύπωση αυτών των πιέσεων στα εταιρικά αποτελέσματα των εξωστρεφών βιομηχανιών. Παράλληλα, αυξάνεται η ανάγκη για προσεκτική διαχείριση του εταιρικού χρέους. Οι εξωστρεφείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) που ίσως δουν τις ταμειακές τους ροές να πλήττονται, θα δοκιμάσουν τις αντοχές τους, εκτιμούν παράγοντες της αγοράς.

Στον αντίποδα, η ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση, αν και δεσμεύει την Ελλάδα στους οριζόντιους δασμούς, προσφέρει και ορισμένα αναχώματα. Οι εμπορικές συμφωνίες της Ε.Ε. με τρίτες χώρες και τα κοινοτικά προγράμματα προώθησης αποτελούν τα βασικά εργαλεία αντιστάθμισης της ζημιάς. Διμερείς διαπραγματεύσεις για ειδική μεταχείριση δεν προβλέπονται ούτε επιτρέπονται από τους ευρωπαϊκούς κανόνες εμπορίου.

Οι επιχειρήσεις ήδη αναζητούν, πολύ πιο επιτακτικά από ό,τι στο σοκ του 2025, εναλλακτικά δίκτυα διανομής σε ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Η ικανότητα της ελληνικής βιομηχανίας και του αγροτικού τομέα να μετακυλίσουν μέρος του κόστους ή να διαφοροποιήσουν ταχύτατα το πελατολόγιό τους, θα κρίνει εν πολλοίς εάν οι νέοι δασμοί του 10% θα αφήσουν μόνιμες ουλές στους ισολογισμούς, εκτιμούν αναλυτές.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις