Παγώνουν τουλάχιστον έως και το 2027 η επάνοδος του ΦΠΑ και η επιβολή του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων, προκειμένου να μην επ9βαρυνθεί περαιτέρω η οικοδομή και να μη επιδεινωθεί το στεγαστικό πρόβλημα.
Σύμφωνα με πληροφορίες τα δύο μέτρα θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό τον Σεπτέμβριο στα εγκαίνια της ΔΕΘ και εκτός από αναγκαιότητα λόγω του προβλήματος στέγης που υφίσταται αποτελούν και ένα καλό προεκλογικό «χαρτί».
Η κίνηση που στοχεύει στη συγκράτηση του κόστους αγοράς κατοικίας και στην αποφυγή νέων πιέσεων στην ήδη επιβαρυμένη στεγαστική αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση στην κατάψυξη των δύο μέτρων αποτελεί, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την αποφυγή νέων επιβαρύνσεων στην οικοδομική δραστηριότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη και οι τιμές αγοράς και ενοικίασης συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά.
Φυσικά στη ΔΕΘ δεν θα ειπωθεί ότι το 2027, μετά τις εκλογές θα αυξηθούν οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και αν λάβουν υπόψη τις αυξήσεις των τιμών των κατοικιών που έχουν μεσολαβήσει από την τελευταία αναπροσαρμογή τους (2021), η άνοδος θα είναι πάνω από 60%.
Το δίλημμα με τον ΦΠΑ
Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπόθεση του ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα, για τον οποίο η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι η αναστολή του μέτρου λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Εφόσον δεν υπάρξει νέα παράταση, από την 1η Ιανουαρίου 2027 οι αγοραστές νεόδμητων κατοικιών θα βρεθούν αντιμέτωποι με συντελεστή ΦΠΑ 24% επί της αξίας αγοράς, αντί του φόρου μεταβίβασης που σήμερα ανέρχεται στο 3% της φορολογητέας αξίας του ακινήτου.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική και ασφαλώς θα αυξήσει αισθητά το τελικό κόστος απόκτησης μιας νέας κατοικίας, το οποίο ήδη επιβαρύνεται από τις ανατιμήσεις άνω του 30% των οικοδομικών υλικών και των εργασιών.
Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους υποψήφιους αγοραστές, περιορίζοντας τη ζήτηση και επιβαρύνοντας περαιτέρω ένα ήδη πιεσμένο στεγαστικό περιβάλλον.
Στο οικονομικό επιτελείο επικρατεί η άποψη ότι η συνέχιση της αναστολής αποτελεί σχεδόν μονόδρομο, ενώ δεν αποκλείεται να εξεταστούν και πιο μόνιμες λύσεις για το συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς, δηλαδή η πλήρης κατάργησής του.
Συγκεκριμένα η κυβέρνηση φέρεται να επιδιώκει τη διατήρηση της δυναμικής που καταγράφει ο κατασκευαστικός κλάδος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει ανακάμψει σημαντικά μετά από μια μακρά περίοδο ύφεσης.
Ο φόρος υπεραξίας
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η παράταση της αναστολής του φόρου υπεραξίας (λήγει επίσης την 31η Δεκεμβρίου 2026), ενός μέτρου που έχει θεσπιστεί από το 2013, επρόκειτο να επιβληθεί από το 2014, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Ο λόγος που δεν εφαρμόστηκε είναι επειδή θα αποτελέσει βόμβα για τις αγοραπωλησίες ακινήτων ειδικά των παλαιών, των οποίων το κόστος μεταβίβασης θα καταστεί απαγορευτικό.
Ο συντελεστής του φόρου υπεραξίας είναι 15% και εφαρμόζεται επί της διαφοράς μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης ενός ακινήτου, δηλαδή επί του κέρδους που προκύπτει από τη μεταβίβαση.
Για τον φόρο υπεραξίας προβλέπεται αφορολόγητο όριο 25.000 ευρώ όταν το ακίνητο παραμένει στην κυριότητα του πωλητή για μία πενταετία και κατά τον υπολογισμό της υπεραξίας εφαρμόζονται συντελεστές απομείωσης ανάλογα με το χρόνο διακράτησης του ακινήτου στην κατοχή του πωλητή, ενώ υπάρχει επίσης πλήρης απαλλαγή για όσους έχουν ακίνητο πριν την 1η Ιανουαρίου 1995.