«Ανάσα» νομιμότητας απέναντι στις πρακτικές της Φορολογικής Διοίκησης προσφέρει μια εξόχως σημαντική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η απόφαση βάζει «φρένο» στην αυθαίρετη τακτική της ΑΑΔΕ να αποστέλλει σε κληρονόμους ατομικές ειδοποιήσεις πληρωμής που περιλαμβάνουν το σύνολο των χρεών του θανόντος, μετακυλίοντας σε αυτούς το βάρος του υπολογισμού της αναλογίας τους.
Η υπ’ αριθμόν 1140/2026 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία εκδόθηκε κατόπιν χειρισμού της υποθέσεως από τη δικηγόρο Ευαγγελία Μποπότα) έρχεται να αντιμετωπίσει ένα φαινόμενο που έχει προκαλέσει μεγάλα προβλήματα σε χιλιάδες φορολογούμενους. Το ζήτημα των κληρονομικών χρεών αποτελεί μια από τις πιο πιεστικές καταστάσεις για τους πολίτες, οι οποίοι, πέραν του πένθους τους, βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με απειλές κατασχέσεων για ποσά που συχνά δεν οφείλουν στο ακέραιο.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η υπόθεση που οδηγήθηκε στα δικαστήρια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της γραφειοκρατικής ακαμψίας. Ο πατέρας του προσφεύγοντος απεβίωσε τον Αύγουστο του 2021, αφήνοντας πίσω του προσωπικές φορολογικές οφειλές (βασικό χρέος και προσαυξήσεις) που άγγιζαν σχεδόν τα 20.000 ευρώ (συγκεκριμένα 19.994,50 ευρώ).
Με τη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε το 2023, κατέλειπε την περιουσία του στη σύζυγό του (κινητή περιουσία και δικαίωμα οίκησης) και στα δύο του παιδιά (από 50% της ψιλής κυριότητας της ακίνητης περιουσίας). Ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 1885 είναι σαφής: τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός.
Ωστόσο, το Κέντρο Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Θεσσαλονίκης αγνόησε τον νομικό αυτό κανόνα. Εξέδωσε και απέστειλε στον έναν εκ των υιών ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας, καλώντας τον να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό των 19.994,50 ευρώ. Η μόνη «μέριμνα» της Φορολογικής Διοίκησης ήταν να προσθέσει μια ασαφή και γενικόλογη σημείωση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του Taxisnet, η οποία ανέφερε: «Οφειλές ως εγγύτερος συγγενής... κατά το ποσοστό της κληρονομικής σας μερίδας».
Το σκεπτικό - καταπέλτης του Δικαστηρίου
Ο πολίτης, διαπιστώνοντας ότι κινδυνεύει με άμεσα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (με σοβαρότερο την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών) για το σύνολο ενός χρέους που δεν του αναλογούσε εξ ολοκλήρου, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ασκώντας ανακοπή. Το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ζήτησε την απόρριψη της ανακοπής, υπερασπιζόμενο τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολούθησε η ΑΑΔΕ.
Η κρίση του Δικαστηρίου, ωστόσο, υπήρξε απολύτως ξεκάθαρη και στηρίχθηκε στις θεμελιώδεις αρχές του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και του δικαιώματος σε δικαστική προστασία (άρθρο 20 του Συντάγματος).
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ατομική ειδοποίηση υπερημερίας αποτελεί την πράξη έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Σκοπός της είναι να γνωρίζει ο πολίτης επακριβώς τι οφείλει, ώστε να μπορεί να αμυνθεί. Εάν η ειδοποίηση δεν προσδιορίζει το ακριβές ύψος του οφειλόμενου ποσού από τον συγκεκριμένο κληρονόμοι (αναλόγως δηλαδή της μερίδας του), πάσχει από νομική πλημμέλεια.
Το Δικαστήριο απέρριψε κατηγορηματικά το επιχείρημα ότι η φράση «κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας» στο Taxisnet σώζει τη διαδικασία. Η παραπομπή του πολίτη στο να κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς για το τι πραγματικά χρωστάει ακυρώνει την ίδια την ουσία της επίσημης ειδοποίησης από το Κράτος, έκρινε το δικαστήριο.
Το «κλειδί» της υπόθεσης: Πλήρης ακύρωση, όχι απλή διόρθωση
Το πλέον ενδιαφέρον και κομβικό σημείο της απόφασης είναι η κατάληξή της. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι το δικαστήριο, βλέποντας το λάθος, θα μείωνε απλώς το ποσό στο 50% και θα άφηνε την πράξη σε ισχύ. Το δικαστήριο όμως αρνήθηκε να το πράξει.
Όπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της απόφασης, ενόψει του χαρακτήρα της ακυρότητας (που αφορά την ίδια την ταυτότητα των υπόχρεων και το ύψος της οφειλής), ο δικαστής δεν δύναται να τροποποιήσει την ατομική ειδοποίηση, υποκαθιστώντας τη φορολογική αρχή στον καθορισμό των ποσών. Το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί στην πλήρη ακύρωσή της. Με αυτόν τον τρόπο, το σύνολο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατέρρευσε.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για τους φορολογούμενους
Η απόφαση αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό νομολογιακό προηγούμενο και αποτελεί ασπίδα προστασίας για χιλιάδες συγκληρονόμους που υφίστανται την ίδια μεταχείριση. Συνοψίζοντας τα οφέλη:
-
Αποτροπή αυθαιρεσιών: Το κράτος υποχρεούται να κάνει σωστά τη δουλειά του. Πριν απειλήσει με κατασχέσεις, πρέπει να ερευνήσει τα ποσοστά κληρονομιάς και να εκδώσει εξατομικευμένες πράξεις προσδιορισμού οφειλής για κάθε κληρονόμο ξεχωριστά.
-
Προστασία περιουσίας: Η ακύρωση της ειδοποίησης μπλοκάρει τις άμεσες κατασχέσεις. Ο πολίτης δεν κινδυνεύει να χάσει τα χρήματά του ή περιουσιακά στοιχεία του για οφειλές που βαρύνουν τον αδερφό ή τη μητέρα του.
-
Ασφάλεια Δικαίου: Οι πολίτες δεν υποχρεούνται να μαντεύουν ή να υπολογίζουν μόνοι τους τα χρέη τους προς το Δημόσιο. Το χρέος πρέπει να είναι ξεκάθαρο, προσδιορισμένο και εκκαθαρισμένο.
Διευκρινίζεται ότι η ακύρωση της ειδοποίησης δεν συνεπάγεται τη διαγραφή του χρέους. Η Εφορία διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει με νέα, σύννομη αυτή τη φορά, ειδοποίηση, η οποία θα ζητά το σωστό ποσό. Ωστόσο, η νίκη αυτή δίνει στον οφειλέτη πολύτιμο χρόνο, ακυρώνει τα λανθασμένα πρόστιμα που ενδεχομένως υπολογίστηκαν επί του συνολικού κεφαλαίου, και επαναφέρει τη σχέση κράτους - πολίτη στη βάση της νομιμότητας.
Η απόφαση 1140/2026 του ΜονΔΠρΘεσ υπενθυμίζει με τον πιο ηχηρό τρόπο στην ΑΑΔΕ ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν μπορεί να γίνεται με διαδικασίες "fast track" εις βάρος των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών. Η προχειρότητα δεν συγχωρείται, ειδικά όταν αυτή επισείει τον κίνδυνο της οικονομικής εξόντωσης ενός ανυπαίτιου κληρονόμου.