Πολιτική

Διαφθορά και δημοκρατία: Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς στο επίκεντρο του 30th Annual Government Roundtable


 Στη διαπίστωση ότι η διαφθορά αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες απειλές για το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά και για την κοινωνική συνοχή συνέκλιναν μέσα από τις τοποθετήσεις τους οι συμμετέχοντες στη θεματική ενότητα «Η διαφθορά και τα όρια της δημοκρατίας» στο 30th Annual Government Roundtable - Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology.

Η Βέρα Γιούροβα (Věra Jourová) δικηγόρος και πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις αξίες και τη Διαφάνεια, το μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας Πιερ Μοσκοβισί (Pierre Moscovici), ο πρώην υπουργός και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Μάκης Βορίδης, η πρώην υφυπουργός και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ- Κινήματος Αλλαγής Μιλένα Αποστολάκη και ο καθηγητής στο Alba Graduate Business School του Αμερικανικού Κολεγίου Γιώργος Μπατσάκης μίλησαν για την αμφίδρομη σχέση διαφθοράς και αδύναμων θεσμών, για το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών τους θεσμούς, που τους ωθεί στην αποχή, στις εκλογικές διαδικασίες και στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος, καθώς και για τον ρόλο των ανεξάρτητων ελεγκτικών μηχανισμών.

Η πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπογράμμισε ότι η διαφθορά δεν είναι ένα αφηρημένο πρόβλημα, αλλά κάτι που γεννά στους πολίτες ένα «έντονο αίσθημα έλλειψης δικαιοσύνης, αδικίας, ανισότητας και κατάχρησης εξουσίας», παρατηρώντας ότι «η δημοκρατία μπορεί να ευημερήσει μόνο εάν οι πολίτες εμπιστεύονται τους θεσμούς τους».

«Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε όλο και μεγαλύτερη έλλειψη εμπιστοσύνης προς το δημοκρατικό σύστημα από τους πολίτες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε μία σειρά μέτρων για να σταματήσει αυτή την τάση, να υποστηριχθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να προστατευτεί η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και η κοινωνία των πολιτών», σημείωσε, φέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα δράσης έναντι εκείνων που κάνουν κατάχρηση εξουσίας το παράδειγμα της Ουγγαρίας, όπου «ο Βίκτορ Όρμπαν ανέπτυξε ένα σύστημα απεριόριστης ισχύος και η OLAF, κατήγγειλε πολύ σημαντικές υποθέσεις διαφθοράς και απάτης και είχε αποτέλεσμα τη διακοπή της χρηματοδότησης προς την Ουγγαρία, ένα πάγωμα 19 δισεκατομμυρίων ευρώ».

«Έχουμε πολλά αποτελεσματικά εργαλεία για να περιορίσουμε τη διαφθορά, σε επίπεδο Επιτροπής υπήρξε πίεση προς τα κράτη- μέλη να αναπτύξουν στρατηγικές κατά της διαφθοράς να ψηφιοποιήσουν τα μητρώα των προμηθευτών του δημοσίου, να υιοθετηθεί νομοθεσία προς την κατεύθυνση αυτή, παράλληλα όμως η Επιτροπή δεν έχει καταφέρει να τιμωρήσει επαρκώς αυτούς που καταχρώνται ευρωπαϊκά χρήματα. Αυτή η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, πάντα θα υπάρχουν υποθέσεις διαφθοράς...», πρόσθεσε. Η κ. Γιούροβα κατέθεσε την προσωπική της εμπειρία από την Τσεχία μετά την επανάσταση του 1989, ενθυμούμενη μια εποχή που η διαφθορά θεωρούνταν «κάτι φυσιολογικό, κάτι αναπότρεπτο», καταλήγοντας ότι η ουσιαστική αλλαγή έρχεται μόνο όταν η ίδια η κοινωνία και οι πολιτικοί ξεπεράσουν αυτή την αντίληψη, καθιστώντας σαφές ότι η διαφθορά «δεν είναι πλέον αποδεκτή και πρέπει να τιμωρείται».

Ο Πιέρ Μοσκοβισί επισήμανε ότι η διαφθορά «καταστρέφει το κοινό συμφέρον» και αποτελεί άμεσο πλήγμα στην ίδια τη δημοκρατία, εκφράζοντας την άποψη ότι η ουσία της διαφθοράς έγκειται στον «κανόνα της ατιμωρησίας», την πεποίθηση δηλαδή εκείνων που κατέχουν την εξουσία ότι μπορούν να λειτουργούν χωρίς να τιμωρούνται. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική και τις δημοκρατικές διαδικασίες ως συνέπεια της διαφθοράς, σημειώνοντας ότι οι άνθρωποι είναι «όλο και λιγότερο πιθανό να ψηφίσουν» όταν ζουν σε ένα σύστημα που αντιλαμβάνονται ως διεφθαρμένο, καθώς παύουν να εμπιστεύονται τους πάντες, ενώ η διάβρωση της εμπιστοσύνης μετατρέπει τον πολιτικό στίβο σε πεδίο μάχης, όπου οι αντίπαλοι «δεν φαίνονται μόνο ως πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά ως εχθροί» και παράλληλα η αντίληψη ότι «όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι» οδηγεί στην απαξίωση συνολικά της πολιτικής ζωής.

Περαιτέρω, ο κ. Μοσκοβισί επισήμανε ότι η διαφθορά μειώνει τα φορολογικά έσοδα και αυξάνει το κόστος μέσω των συναλλαγών που γίνονται «κάτω από το τραπέζι», με αποτέλεσμα να «στερεί κονδύλια από τα κοινωνικά προγράμματα». Όπως διευκρίνισε η διαφθορά δεν είναι απούσα από την Ευρώπη, «η διαφθορά βρίσκεται παντού και αυτό δημιουργεί πρόβλημα για όλους μας [...] γίνονται προσπάθειες να περιοριστεί υπάρχουν όμως και αλλαγές στη μορφή της διαφθοράς και η Ευρωπαία εισαγγελέας ελέγχει όλες αυτές τις καταστάσεις».

Κλείνοντας την τοποθέτησή του εξέφρασε την αισιοδοξία του για την αλλαγή νοοτροπίας. «Η γενιά Ζ πιστεύει ότι η διαφθορά είναι απαράδεκτη. Βλέπουμε μία εξέλιξη στη νοοτροπία, είτε μιλάμε για διαφθορά, είτε κατάχρηση δημόσιου αξιώματος», σημείωσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη «να δράσουμε εγκαίρως και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο», καθώς η διαφθορά «διαβρώνει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς τους πολιτικούς και τη δημόσια πολιτική συνολικά».

Ο πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης υπογράμμισε την ανάγκη για μια «θεσμική ισορροπία» στη μάχη κατά της διαφθοράς, προειδοποιώντας για τους κινδύνους της πολιτικής εργαλειοποίησης ατεκμηρίωτων κατηγοριών. Η διαφθορά είναι ένα ζήτημα που απαιτεί συγκεκριμένες πολιτικές και «συνεχή αγώνα», πρόσθεσε αναφέροντας ως παράδειγμα τον νόμο για το lobbying (Ν. 4829/2021) που εισηγήθηκε ο ίδιος ως υπουργός Εσωτερικών. Ο νόμος, όπως εξήγησε, αφορά στη ρύθμιση της λειτουργίας των επαγγελματιών που εκπροσωπούν συμφέροντα και στην πάταξη της διαφθοράς.

Ο κ. Βορίδης τόνισε ότι στη θητεία των κυβερνήσεων της ΝΔ η Ελλάδα βελτιώθηκε κατά «11 θέσεις στην αξιολόγηση της Διεθνούς Διαφάνειας» . Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στον κίνδυνο του λαϊκισμού, τονίζοντας ότι «πρέπει να βρούμε μια ισορροπία και να είμαστε προσεκτικοί», καθώς πολλοί «λαϊκιστές πολιτικοί» συνηθίζουν να «κατηγορούν τους πάντες». Για να καταδείξει τις συνέπειες των αβάσιμων κατηγοριών αναφέρθηκε στην υπόθεση επιχειρηματία που φυλακίστηκε και είδε την περιουσία του να καταστρέφεται, για να «αθωωθεί τελικά και στις 10 περιπτώσεις απάτης» μετά από χρόνια δικαστικής περιπέτειας.

Αναφερόμενος στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και στην άρση ασυλίας και των 13 βουλευτών που βρίσκονται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) ο κ. Βορίδης υποστήριξε ότι «στις περισσότερες αποδείχτηκε ότι δεν έγινε ζημιά», αλλά προκλήθηκε «πολιτική ζημιά» την οποία εκμεταλλεύτηκε η αντιπολίτευση. «Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί πώς χρησιμοποιούμε όλα αυτά. Πρέπει να είμαστε κάθετοι στη μάχη κατά της διαφθοράς, να είμαστε αυστηροί, αλλά από την άλλη πρέπει να έχουμε όλοι επίγνωση των ευθυνών μας, ακόμη κι εκείνοι που εύκολα προσάπτουν κατηγορίες σε άλλους».

Η Μιλένα Αποστολάκη χαρακτήρισε το φαινόμενο της διαφθοράς ένα από τα βασικά θέματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο ιεραρχείται πλέον ως το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα μετά την οικονομία και την ακρίβεια. Όπως τόνισε στην Ελλάδα το πρόβλημα ξεκινά από την πεποίθηση ότι η διαφθορά «δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας».

Η βουλευτής παρατήρησε πως υπάρχει μια «τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης» στους δημόσιους θεσμούς και, το κυριότερο, στην «ηγεσία της δικαιοσύνης», έλλειμμα το οποίο, όπως πρόσθεσε, ωθεί τους πολίτες να στρέφονται προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το 75% των πολιτών πιστεύει πως οι πρόσφατες αποκαλύψεις για σκάνδαλα ήταν «αποτέλεσμα της παρέμβασης της ευρωπαϊκής εισαγγελίας» και όχι των εγχώριων μηχανισμών.

Η κ. Αποστολάκη αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες υποθέσεις που, όπως εκτίμησε, έχουν τραυματίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, όπως το δυστύχημα των Τεμπών, και η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Εξέφρασε, δε, την άποψη ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει έλλειψη νομοθετικού πλαισίου ή συνταγματικών προβλέψεων, καθώς οι υπάρχοντες νόμοι είναι «ικανοποιητικοί» και το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στην «έλλειψη πολιτικής βούλησης» για την εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η αίσθηση ότι όσοι διαθέτουν «πολιτική ισχύ και χρήμα μπορούν να ξεφεύγουν από τη λογοδοσία στη Δικαιοσύνη». Ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση, σημείωσε ότι βρίσκεται στην εξουσία για επτά χρόνια, ένα διάστημα επαρκές για να δείξει ισχυρή βούληση, κάτι που όμως , όπως είπε, «δεν έπραξε».

Ο καθηγητής Γιώργος Μπατσάκης επισήμανε πως η διαφθορά δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά κάτι «εγγενές, βαθιά ενσωματωμένο στους θεσμούς φαινόμενο», εξηγώντας ότι η σχέση μεταξύ διαφθοράς και δημοκρατίας «δεν είναι μονοδιάστατη», αλλά «αμφίδρομη». Όπως διευκρίνισε, ενώ η διαφθορά πλήττει την αποτελεσματικότητα του πολιτεύματος, ταυτόχρονα οι αδύναμες δημοκρατίες ενισχύουν την πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων φαινομένων. Αναφερόμενος στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (CPI), που δημοσιεύει ετησίως η Διεθνής Διαφάνεια, σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί έναν υψηλό μέσο όρο (σ.σ υπάρχει λιγότερη διαφθορά) συγκριτικά με τον υπόλοιπο κόσμο. «Η Ευρωπαϊκή Ένωση τα πάει αρκετά καλά, γενικά μιλώντας οι ισχυρές δημοκρατίες έχουν υψηλό μέσο όρο και βαθμολογούνται κοντά στο 71, οι αναδυόμενες κοντά στο 56-57 και υπάρχουν και οι περιπτώσεις των ‘’αποτυχημένων’’ κρατών - failed states, δηλαδή δημοκρατίες που δεν κατάφεραν να σταθούν στο επίπεδο που οι πολίτες τους ανέμεναν, οι οποίες βαθμολογούνται κάτω του 40, κοντά στους 35 βαθμούς», σημείωσε.

Ωστόσο, επισήμανε μια ανησυχητική τάση ότι αντί για σύγκλιση εντός της ΕΕ, με την πάροδο των ετών παρατηρείται ακόμα μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των κρατών-μελών . «Πολλά κράτη μέλη δείχνουν σημάδια αδυναμίας, ότι δεν μπορούν να σταθούν στο απαιτούμενο επίπεδο. Η Ελλάδα είναι μία περίπτωση, βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ , έχουμε δει κάποια πρόοδο τα τελευταία χρόνια και πάλι όμως είμαστε πίσω από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν μία πολύ καλή βαθμολογία. Αυτό είναι κάτι που οι πολιτικοί μέσω των θεσμών πρέπει να εξετάσουν», σημείωσε.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις