Με ασυνήθιστη ένταση επανέρχεται στις Ηνωμένες Πολιτείες η δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική και γνωστική κατάσταση του Ντόναλντ Τραμπ, ύστερα από μια νέα περίοδο ακραίων δηλώσεων, επιθετικών ξεσπασμάτων και αλλοπρόσαλλων παρεμβάσεων, που έχουν προκαλέσει ανησυχία ακόμη και σε πρόσωπα τα οποία άλλοτε βρίσκονταν στο πλευρό του.
Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος διανύει τη δεύτερη θητεία του και πλησιάζει τα 80 του χρόνια, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στους πολιτικούς του αντιπάλους. Έχει περάσει σε πρώην συνεργάτες, συντηρητικούς σχολιαστές, ιστορικούς, αναλυτές εξουσίας και τμήμα της ίδιας της εκλογικής του βάσης. Το ερώτημα που πλανάται στην Ουάσιγκτον είναι, εάν πρόκειται για μια ακόμη εκδοχή της γνώριμης «στρατηγικής χάους» του Τραμπ ή για σημάδια πραγματικής αποσταθεροποίησης στην κορυφή της αμερικανικής εξουσίας.
Η αφορμή για τη νέα έκρηξη αμφιβολιών ήταν οι πρόσφατες τοποθετήσεις του προέδρου. Ανάμεσά τους, η απειλή ότι «ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε» αναφερόμενος στο Ιράν, καθώς και μια αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Πάπα, τον οποίο χαρακτήρισε «αδύναμο απέναντι στο έγκλημα και καταστροφικό στην εξωτερική πολιτική».
Για πολλούς παρατηρητές, οι δηλώσεις αυτές δεν ήταν απλώς επιθετικές, αλλά αποσπασματικές, ασύνδετες και συχνά δυσνόητες, ενισχύοντας την εικόνα ενός ηγέτη που λειτουργεί παρορμητικά, με περιορισμένα φίλτρα και χωρίς φραγμούς.
Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε τέτοια ερμηνεία. Συνεργάτες του προέδρου υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ παραμένει οξυδερκής, ενεργητικός και πολιτικά αποτελεσματικός, χρησιμοποιώντας σκόπιμα την απρόβλεπτη συμπεριφορά ως μέσο πίεσης προς αντιπάλους και ξένες κυβερνήσεις.
Η 25η Τροπολογία επιστρέφει στη συζήτηση
Η αναζωπύρωση των ερωτημάτων οδήγησε Δημοκρατικούς αξιωματούχους να επαναφέρουν δημόσια την ιδέα ενεργοποίησης της 25ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, που προβλέπει διαδικασία απομάκρυνσης προέδρου σε περίπτωση αδυναμίας άσκησης καθηκόντων.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια, αλλά σπανίως είχε τόσο ευρεία απήχηση. Ο γερουσιαστής Τσακ Σούμερ χαρακτήρισε τον Τραμπ «βαθιά άρρωστο άνθρωπο». Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις μίλησε για πρόεδρο «εκτός ελέγχου», ενώ ο βουλευτής Τεντ Λιού χρησιμοποίησε ακόμη σκληρότερη γλώσσα.
Ο βουλευτής Τζέιμι Ράσκιν απηύθυνε επιστολή στον ιατρό του Λευκού Οίκου ζητώντας αξιολόγηση, επικαλούμενος «ενδείξεις συμβατές με άνοια και γνωστική έκπτωση», καθώς και ολοένα πιο ασυνάρτητα και επιθετικά ξεσπάσματα.
Ωστόσο, θεσμικά η συζήτηση παραμένει θεωρητική. Για να κινηθεί η διαδικασία απαιτείται σύμπραξη του υπουργικού συμβουλίου και του αντιπροέδρου, κάτι που σήμερα δεν διαφαίνεται.
Οι φωνές που προέρχονται από τα δεξιά
Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η αμφισβήτηση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αριστερά ή τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.
Η πρώην βουλευτής των Ρεπουμπλικανών Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία είχε συγκρουστεί πρόσφατα με τον πρόεδρο, δήλωσε πως η απειλή αφανισμού του ιρανικού πολιτισμού «δεν είναι σκληρή ρητορική, είναι παράνοια».
Η σχολιάστρια Κάντας Όουενς χαρακτήρισε τον Τραμπ «γενοκτονικό μανιακό», ενώ ο συνωμοσιολόγος Άλεξ Τζόουνς ανέφερε ότι ο πρόεδρος «μπερδεύεται και ακούγεται σαν να μη λειτουργεί καλά ο εγκέφαλός του».
Ακόμη πιο βαρύνουσες είναι οι τοποθετήσεις πρώην στελεχών της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ. Ο πρώην νομικός σύμβουλος Τάι Κομπ δήλωσε ότι πρόκειται για άνθρωπο «ξεκάθαρα παράφρονα», ενώ η πρώην εκπρόσωπος Τύπου Στέφανι Γκρίσαμ έγραψε ότι «είναι προφανές πως δεν είναι καλά».
Η απάντηση Τραμπ: ύβρεις και αντεπίθεση
Ο πρόεδρος απάντησε με μακροσκελή ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, επιτιθέμενος προσωπικά στους επικριτές του. Τους αποκάλεσε «χαμηλού IQ», «ηλίθιους», «ταραχοποιούς» και «τρελούς», υποστηρίζοντας ότι αναζητούν φθηνή δημοσιότητα.
Η αντίδραση αυτή, για τους επικριτές του, ενίσχυσε μάλλον παρά αποδυνάμωσε την ανησυχία για την αυτοσυγκράτηση και την ψυχραιμία του.
Τι λένε οι δημοσκοπήσεις
Η κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα πιο επιφυλακτική. Δημοσκόπηση Reuters/Ipsos τον Φεβρουάριο έδειξε ότι το 61% των Αμερικανών θεωρεί πως ο Τραμπ έχει γίνει πιο αλλοπρόσαλλος με την ηλικία. Μόλις το 45% τον θεωρεί πνευματικά οξύ και ικανό να διαχειριστεί τις προκλήσεις της προεδρίας, έναντι 54% το 2023.
Σε έρευνα της YouGov, το 49% των πολιτών απάντησε ότι είναι πλέον πολύ μεγάλος σε ηλικία για να είναι πρόεδρος, έναντι 34% στις αρχές του 2024.
Τα στοιχεία αυτά καταγράφουν μια σταδιακή, αλλά ουσιαστική, μεταβολή: το ηλικιακό και γνωστικό ζήτημα, που κυριάρχησε στην περίπτωση του Τζο Μπάιντεν, έχει πλέον περάσει και στον Τραμπ.
Οι υπερασπιστές του μιλούν για στρατηγική
Οι σύμμαχοι του προέδρου απορρίπτουν κάθε συζήτηση περί αποσταθεροποίησης και επιμένουν ότι ο Τραμπ γνωρίζει απολύτως τι κάνει. Συντηρητικοί αρθρογράφοι υποστηρίζουν πως χρησιμοποιεί τη μέθοδο της υπερβολής, της αβεβαιότητας και της δημόσιας πίεσης ως εργαλείο διαπραγμάτευσης, ιδίως στη Μέση Ανατολή.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει στο παρελθόν αυτοχαρακτηριστεί «πολύ σταθερή ιδιοφυΐα» και επανειλημμένα προβάλλει ότι έχει περάσει γνωστικά τεστ. Όταν ρωτήθηκε πρόσφατα για τις αμφιβολίες σχετικά με την πνευματική του κατάσταση, απάντησε ειρωνικά πως αν ισχύουν, τότε «η χώρα χρειάζεται περισσότερους σαν εμένα».
Ορισμένοι υποστηρικτές του τον συγκρίνουν με τον Ρίτσαρντ Νίξον και τη λεγόμενη "θεωρία του τρελού ηγέτη" — την ιδέα ότι ένας ηγέτης εμφανίζεται απρόβλεπτος ή ασταθής ώστε να φοβίζει αντιπάλους και να αποσπά παραχωρήσεις.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει ενισχύσει αυτή την εικόνα. Στο παρελθόν είχε πει στη Νίκι Χέιλι, αναφερόμενος στη Βόρεια Κορέα: «Κάν’ τους να νομίζουν ότι είμαι τρελός». Σε άλλη περίσταση είχε πει στον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Γουίλιαμ Μπαρ ότι το μυστικό ενός καλού tweet είναι «η σωστή δόση τρέλας».
Ωστόσο, σε πρόσφατη συνέντευξη στη New York Post, για την απειλή κατά του Ιράν, δήλωσε πως αυτή τη φορά «ήταν διατεθειμένος να το κάνει».
Πιο ανεξέλεγκτος στη δεύτερη θητεία
Ιστορικοί και αναλυτές σημειώνουν ότι στη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ μοιάζει λιγότερο περιορισμένος από θεσμικά αντίβαρα και εσωτερικούς ελέγχους. Ο ιστορικός του Πρίνστον Τζούλιαν Ζελάιζερ εκτιμά ότι, σε αντίθεση με την πρώτη θητεία, δεν υπάρχουν πλέον συνεργάτες πρόθυμοι να τον φρενάρουν ή να λειτουργήσουν ως εσωτερικά αντίβαρα.
Παράλληλα, οι δημόσιες εμφανίσεις του χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερες βωμολοχίες, αλλεπάλληλες παρεκβάσεις και συχνές αναφορές σε ανακριβή ή φανταστικά περιστατικά.
Έχει επαναλάβει λανθασμένα ότι ο πατέρας του γεννήθηκε στη Γερμανία αντί στο Μπρονξ, έχει αναφερθεί σε ανύπαρκτους πολέμους που δήθεν τερμάτισε, ενώ συχνά εκτρέπεται σε μακρές ασύνδετες ιστορίες κατά τη διάρκεια κρίσιμων ενημερώσεων.
Ένα βαθύτερο πολιτικό φαινόμενο
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον Τραμπ. Αντανακλά και τη νέα φύση της αμερικανικής πολιτικής, όπου η πόλωση ανταμείβει συχνά τη σύγκρουση, την πρόκληση και την περιφρόνηση των θεσμικών κανόνων.
Για ένα τμήμα της εκλογικής βάσης, η απρόβλεπτη και συγκρουσιακή ηγεσία θεωρείται προσόν, όχι μειονέκτημα. Ως απόδειξη αυθεντικότητας. Ως άρνηση του κατεστημένου.
Αυτό εξηγεί γιατί συμπεριφορές που σε προηγούμενες εποχές θα θεωρούνταν πολιτικά καταστροφικές, σήμερα μπορεί να ενισχύουν τη συσπείρωση.
Η Αμερική δεν συζητά απλώς τον χαρακτήρα ενός προέδρου. Συζητά τα όρια της προεδρικής εξουσίας σε μια εποχή παγκόσμιας αστάθειας.
Είναι ο Τραμπ ένας πολιτικός που χρησιμοποιεί συνειδητά το χάος ως εργαλείο ισχύος; Ή ένας ηγέτης που χάνει σταδιακά την πειθαρχία, την κρίση και την αίσθηση μέτρου;