Πολιτική

Κοινωνική Συμφωνία για τις ΣΣΕ: Στήριξη από τους κοινωνικούς εταίρους, έντονη σύγκρουση στη Βουλή


Ως συμφωνία-ορόσημο για την ελληνική αγορά εργασίας χαρακτήρισαν οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι την «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», η οποία εισάγεται με νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας.

Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη θεσμική παρέμβαση, αποτέλεσμα μακρόχρονου και απαιτητικού κοινωνικού διαλόγου, που επιχειρεί να επανακαθορίσει το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, να αποκαταστήσει βασικές λειτουργίες του Συλλογικού Εργατικού Δικαίου και να ενισχύσει την προβλεψιμότητα στην αγορά εργασίας.

Η συζήτηση στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής ανέδειξε τόσο την ευρεία αποδοχή της Συμφωνίας από τους θεσμικούς κοινωνικούς εταίρους όσο και τις έντονες πολιτικές ενστάσεις της αντιπολίτευσης, που εστίασαν κυρίως στη διαδικασία ακρόασης των φορέων και στη θεσμική εκπροσώπηση.

Το περιεχόμενο της Συμφωνίας και οι βασικοί άξονες του νομοσχεδίου

Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία εστιάζει σε κομβικές πτυχές της λειτουργίας των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ). Μεταξύ άλλων, προβλέπεται:

  • η διευκόλυνση της σύναψης και της επέκτασης κλαδικών συλλογικών συμβάσεων,

  • η πλήρης επαναφορά της μετενέργειας, σηματοδοτώντας το τέλος μιας μνημονιακής στρέβλωσης που αποδυνάμωσε τη συλλογική προστασία των εργαζομένων,

  • η αναβάθμιση του ρόλου του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), με στόχο την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη επίλυση διαφορών,

  • η θέσπιση και απλοποίηση Μητρώων Εργοδοτών και Εργαζομένων, ώστε να διασφαλίζεται η θεσμική επάρκεια των οργανώσεων που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, το νέο πλαίσιο αποσκοπεί στη δημιουργία ενός σταθερού και λειτουργικού οικοσυστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, ικανού να συνδέει μισθούς, όρους εργασίας και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η κυβερνητική θέση και η πολιτική αντιπαράθεση

Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο αφορά αποκλειστικά και μόνο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διαδικασίες που τις διέπουν, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί ευρύτερης εργασιακής απορρύθμισης.

Τόνισε ότι η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία αποτελεί προϊόν συμφωνίας των ίδιων των εθνικών κοινωνικών εταίρων και ότι η κυβέρνηση απλώς τη νομοθετεί, ενσωματώνοντάς τη στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας.

Στο πολιτικό σκέλος, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στη διαδικασία ακρόασης των φορέων. ΚΚΕ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας αποχώρησαν από τη συνεδρίαση, καταγγέλλοντας αποκλεισμό πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων εργαζομένων. ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ άσκησαν έντονη κριτική τόσο επί της διαδικασίας όσο και επί της ουσίας, χωρίς ωστόσο να αποχωρήσουν από τον διάλογο.

Η προεδρεύουσα της Επιτροπής απάντησε ότι οι προσκλήσεις των φορέων αποτελούν αρμοδιότητα του προεδρείου και ότι οι τριτοβάθμιες οργανώσεις εκπροσωπούν θεσμικά το σύνολο των εργαζομένων και εργοδοτών, με δυνατότητα υποβολής υπομνημάτων από κάθε ενδιαφερόμενο φορέα.

Η στάση των κοινωνικών εταίρων: ευρεία θεσμική αποδοχή

Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι παρεμβάσεις των κοινωνικών εταίρων, οι οποίοι, παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις, στήριξαν τη Συμφωνία ως αναγκαίο βήμα θεσμικής αποκατάστασης.

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος χαρακτήρισε τη Συμφωνία «ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», επισημαίνοντας ότι αποκαθιστά κρίσιμες πτυχές του Συλλογικού Εργατικού Δικαίου που αποδομήθηκαν την περίοδο των μνημονίων.

Τόνισε ότι, αν και δεν ικανοποιεί όλα τα αιτήματα –όπως η επιστροφή του καθορισμού του κατώτατου μισθού στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση– δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της συλλογικής προστασίας στο μέλλον.

Από την πλευρά των εργοδοτών, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος μίλησε για ιστορική στιγμή, υπογραμμίζοντας ότι για πρώτη φορά επιτυγχάνεται μια τόσο ευρεία θεσμική συμφωνία, η οποία αναγνωρίζει τον κοινωνικό διάλογο ως μοναδικό δρόμο για βιώσιμη ανάπτυξη.

Αντίστοιχα, οι εκπρόσωποι της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ και του ΣΒΕ ανέδειξαν τη σημασία της προβλεψιμότητας, της σταθερότητας και της θεσμικής εμπιστοσύνης για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η οικονομική διάσταση της Συμφωνίας

Σε οικονομικό επίπεδο, η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των εργαζομένων και στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αντιμετωπίζονται όχι ως εμπόδιο, αλλά ως εργαλείο ορθολογικής κατανομής του εργασιακού κόστους, ενίσχυσης της παραγωγικότητας και μείωσης των συγκρούσεων στην αγορά εργασίας.

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος χαρακτήρισε τη Συμφωνία ορόσημο, επισημαίνοντας ότι η νομοθετική της ενσωμάτωση προσδίδει αυξημένη θεσμική νομιμοποίηση και ενισχύει τις πιθανότητες επιτυχούς εφαρμογής στην πράξη.

Το επόμενο βήμα

Η συζήτηση του νομοσχεδίου συνεχίζεται με την ψήφιση επί της Αρχής και κατ’ άρθρο. Το τελικό αποτέλεσμα θα κρίνει αν η νέα θεσμική αρχιτεκτονική των συλλογικών συμβάσεων μπορεί να αποτελέσει μοχλό ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, της ανταγωνιστικότητας και της μακροπρόθεσμης σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις