Πρόσκληση από τον Ντόναλντ Τραμπ έλαβαν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης για συμμετοχή στο πρώτο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης», που προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στην Ουάσιγκτον στις 19 Φεβρουαρίου.
Η πρωτοβουλία, με επίκεντρο τη Γάζα, έρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας και αποκαλύπτει τόσο τις φιλοδοξίες της νέας αμερικανικής διοίκησης όσο και τις διπλωματικές παγίδες για την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Η πρωτοβουλία Τραμπ και η επιλεκτική ευρωπαϊκή απουσία
Το «Συμβούλιο Ειρήνης» φιλοδοξεί να συγκεντρώσει ηγέτες από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ασία σε μια πολυμερή πλατφόρμα διαλόγου για τη Γάζα. Ωστόσο, η αρχική απροθυμία της πλειονότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης –με εξαίρεση την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία– να συμμετάσχουν υπογραμμίζει τις επιφυλάξεις απέναντι στην πρωτοβουλία, αλλά και τον φόβο ότι πρόκειται περισσότερο για πολιτικό θέατρο παρά για ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία.
Παρά ταύτα, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη εξετάζουν το ενδεχόμενο αναθεώρησης της στάσης τους, γεγονός που αποκαλύπτει τις εσωτερικές διαιρέσεις της ΕΕ γύρω από το Παλαιστινιακό και τη σχέση με την Ουάσιγκτον υπό τον Τραμπ.
Η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου: Διπλωματική ευκαιρία ή παγίδα;
Έλληνας πρωθυπουργός και Κύπριος πρόεδρος καλούνται να αποφασίσουν εντός των επόμενων ημερών αν θα αποδεχθούν την πρόσκληση, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει ήδη τοποθετηθεί υπέρ της ευρωπαϊκής συμμετοχής αποκλειστικά για το ζήτημα της Γάζας.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η συμμετοχή μπορεί να προσφέρει διπλωματικό κεφάλαιο και αναβάθμιση ρόλου στη Μέση Ανατολή, ειδικά σε μια περίοδο που επιχειρούν να εμφανιστούν ως γέφυρες σταθερότητας. Ωστόσο, ενέχει και κινδύνους: μια αποτυχημένη ή μονομερώς φιλοϊσραηλινή διαδικασία θα μπορούσε να εκθέσει τις δύο χώρες στο αραβικό μπλοκ και σε κράτη του Παγκόσμιου Νότου.
Ένα τραπέζι με αντιπάλους και συγκρουόμενες ατζέντες
Το ενδιαφέρον της συνόδου ενισχύεται από τη λίστα των προσκεκλημένων. Εκτός από χώρες της ΕΕ όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, προσκλήσεις έχουν αποσταλεί σε βασικούς παίκτες της Μέσης Ανατολής –Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Αίγυπτο, ΗΑΕ, Ιορδανία– αλλά και σε δυνάμεις όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Αυστραλία.
Ιδιαίτερη γεωπολιτική φόρτιση προκαλεί το ενδεχόμενο παρουσίας στο ίδιο τραπέζι του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δύο ηγετών με βαθιά συγκρουόμενες στρατηγικές στη Γάζα και ευρύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια τέτοια συνάντηση θα μπορούσε είτε να λειτουργήσει ως συμβολικό βήμα αποκλιμάκωσης είτε να μετατραπεί σε σκηνικό διπλωματικής σύγκρουσης.
Το πολιτικό παιχνίδι του Τραμπ
Η πρωτοβουλία εντάσσεται και στη στρατηγική του Τραμπ να εμφανιστεί ως παγκόσμιος ειρηνοποιός, ανακτώντας τον ρόλο της αμερικανικής ηγεμονίας στη διεθνή σκηνή. Παράλληλα, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο μπλοκ κρατών πρόθυμων να ευθυγραμμιστούν με τη δική του ατζέντα, παρακάμπτοντας τις διστακτικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τους πολυμερείς θεσμούς.
Η μετατόπιση της επίσκεψης Νετανιάχου και η επικείμενη συνάντησή του με τον Τραμπ πριν από τη σύνοδο υποδηλώνουν ότι το πραγματικό παρασκήνιο θα διαμορφωθεί διμερώς, με το «Συμβούλιο» να λειτουργεί περισσότερο ως πλατφόρμα επικύρωσης ήδη ειλημμένων αποφάσεων.
Συμμετοχή με όρους ή απουσία με κόστος
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το δίλημμα είναι σαφές: συμμετοχή με στόχο τη γεωπολιτική αναβάθμιση, αλλά με κίνδυνο πολιτικής εργαλειοποίησης από τον Τραμπ, ή αποστασιοποίηση με κόστος την απουσία από ένα νέο φόρουμ διαμόρφωσης ισορροπιών.
Σε κάθε περίπτωση, το «Συμβούλιο Ειρήνης» περισσότερο αποκαλύπτει τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο της αφήγησης στη Μέση Ανατολή παρά εγγυάται μια ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία. Και αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό στοίχημα για όσους αποφασίσουν να καθίσουν στο τραπέζι.