Αύξηση καταγράφεται στις επενδύσεις για ανακαινίσεις και επεκτάσεις ξενοδοχειακών μονάδων, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του ελληνικού τουρισμού και της φιλοξενίας που παρουσίασε σήμερα στο πλαίσιο ειδικής εκδήλωσης, η διοίκηση του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων. Συγκεκριμένα, άγγιξαν το 1,5 δισ. ευρώ στη διάρκεια του 2025, από 1 δισ. ευρώ το 2024, με τις επενδύσεις βιωσιμότητας να αγγίζουν το 20,7% του συνόλου, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Την ίδια στιγμή, ο συνολικός τζίρος του ξενοδοχειακού κλάδου ανήλθε το 2025 στα 12,5 δισ. ευρώ έναντι 11,5 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 8,7%.
Ο Γιώργος Πετράκος, Γενικός Διευθυντής του ΙΤΕΠ και Καθηγητής Ποσοτικών Μεθόδων και Η/Υ του Παντείου Πανεπιστημίου, ανέλυσε την ποιοτική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού την τελευταία δεκαετία και τις επιδράσεις της στο μέγεθος της οικονομίας, του κλάδου και της αξίας του τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, τεκμηρίωσε με στοιχεία από τις πρόσφατες έρευνες του ΙΤΕΠ, την υιοθέτηση από τους Έλληνες ξενοδόχους μιας σύγχρονης επιχειρηματικής κουλτούρας με ρίζες στην παράδοση και στη σχέση με την τοπική κοινωνία σε όρους βιωσιμότητας (Περιβάλλον, Κοινωνία, Διακυβέρνηση) και τις νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Επίσης, αναφέρθηκε στην εξέλιξη της απασχόλησης στον κλάδο, αλλά και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει μετά την πανδημία.
Ως προς τον τομέα της απασχόλησης, ο κλάδος της φιλοξενίας απορρόφησε άμεσα πάνω από 225.000 εργαζόμενους στη διάρκεια του 2025, παρουσιάζοντας σταθερή αύξηση σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σημαντικό ποσοστό διοικητικών θέσεων - αισθητά υψηλότερο σε σύγκριση με άλλους κλάδους - καλύφθηκαν από γυναίκες, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημαντική συμβολή του τουρισμού στην ενίσχυση της γυναικείας επιχειρηματικότητας και ηγεσίας.
Μεταξύ των στοιχείων που παρουσιάστηκαν από τον κ. Πετράκο, συμπεριλαμβάνεται και η μεταβολή που παρατηρείται στα ξενοδοχεία 4 και 5 αστέρων. Συγκεκριμένα, από το 2015 έως το 2025, οι μονάδες πέντε αστέρων αυξήθηκαν κατά 111%, από 412 σε 869, ενώ τα δωμάτιά τους ενισχύθηκαν κατά 79%, από 62.756 σε 112.074.Στην κατηγορία των τεσσάρων αστέρων, οι μονάδες αυξήθηκαν κατά 45% και τα δωμάτια κατά 31%. Αντίθετα, τα ξενοδοχεία δύο και ενός αστέρα μειώθηκαν κατά 22%, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Στην Ελλάδα λειτουργούν 10.118 ξενοδοχεία, με 450.565 δωμάτια και 902.326 κλίνες. Αν και το 72% των ξενοδοχειακών μονάδων ανήκει στις κατηγορίες ενός έως τριών αστέρων, τα ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων συγκεντρώνουν το 54,4% των δωματίων. Παράλληλα, το 79% των ξενοδοχείων διαθέτει έως 50 δωμάτια, ενώ το 62% λειτουργεί εποχικά.
Παρουσιάζοντας τα στοιχεία για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 (Ιανουάριος έως και Μάιος), ο κ. Πετράκος τόνισε ότι δεν παρατηρείται κάποια σημαντική μεταβολή σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ούτε σε όρους πληρότητας, ούτε σε όρους τιμής.
Κατά την εισαγωγική της τοποθέτηση, η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ, κ. Χριστίνα Τετράδη, ανέφερε ότι στον κλάδο συχνά κυριαρχεί η συγκυριακή αποτίμηση, ενώ εδώ και πολλά χρόνια, ο τουρισμός στην Ελλάδα κρίνεται κυρίως από το μέγεθός του, δηλαδή από τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις, τα έσοδα και τις πληρότητες, τονίζοντας ωστόσο ότι οι αριθμοί, από μόνοι τους, δεν αρκούν, καθώς η αύξηση δεν ταυτίζεται πάντα με την πρόοδο, η ζήτηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανθεκτικότητα και η επιτυχία μιας σεζόν δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική, ούτε εγγυάται την επιτυχία της επόμενης.
«Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν αναπτύσσεται σωστά. Δηλαδή με ποιους όρους, με ποιες επιπτώσεις, με ποια αντοχή στον χρόνο» υπογράμμισε η κ. Τετράδη. Σε αυτό το κομβικό σημείο βρίσκεται και η στρατηγική αποστολή του ερευνητικού έργου του ΙΤΕΠ, καθώς διαθέτει τα εργαλεία να μετασχηματίζει τα δεδομένα σε γνώση, τη γνώση σε πρόβλεψη και την πρόβλεψη σε εργαλείο λήψης αποφάσεων.
Η κ. Τετράδη, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο όραμα του Ινστιτούτου, που επικεντρώνεται στην ανάγκη ο σχεδιασμός της εθνικής στρατηγικής για τον ελληνικό τουρισμό να βασίζεται πάνω στα γερά θεμέλια της τεκμηριωμένης γνώσης.
Όπως σημείωσε, ο τουρισμός δεν είναι ένας απλός παραγωγικός κλάδος της εθνικής μας οικονομίας, αλλά ένας τομέας με πολύ ισχυρό πολλαπλασιαστή. Γι' αυτό είναι αναγκαίο ο τουρισμός να μετρηθεί σωστά, να κατανοηθεί σε βάθος και να ερμηνευθεί έγκαιρα, ώστε τελικά να πλαισιωθεί από τεκμηριωμένες στρατηγικές επιλογές. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και η σπουδαιότητα του ρόλου του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, που φέτος συμπληρώνει 30 χρόνια αδιάληπτης παρουσίας στον τομέα των εξειδικευμένων ερευνών και μετρήσεων στον τουριστικό κλάδο, καθώς με τη βαθιά γνώση και εμπειρία του και με επιστημονικό του κύρος, αποτελεί τον κεντρικό φορέα πρωτογενών δεδομένων και μεθοδολογικής ανέλιξής τους σε δομημένη πληροφορία.
«Το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, είναι ο θεσμικός μηχανισμός μέσω του οποίου ο τουρισμός αποκτά μετρήσιμη πραγματικότητα» ανέφερε χαρακτηριστικά η κ.Τετράδη, εξηγώντας ότι σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, κλιματικής πίεσης, ενεργειακής αστάθειας και ταχέων αλλαγών στη ζήτηση, το ΙΤΕΠ παράγει πρωτογενή στοιχεία, καταγράφει τάσεις, μετρά επιδόσεις, αναλύει συμπεριφορές, αποτιμά επιπτώσεις, προβλέπει μεταβολές και εντοπίζει έγκαιρα κινδύνους και μετατοπίσεις, δηλαδή δεν προβαίνει σε απλή παρακολούθηση του τουρισμού, αλλά στην ουσιαστική αποκωδικοποίησή του.
Η κ. Τετράδη δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις στρατηγικές συνεργασίες του ΙΤΕΠ, το οποίο λειτουργεί ως ο «θεσμικός κρίκος» ανάμεσα σε όλους τους φορείς του κλάδου και της αγοράς, ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να είναι έγκαιρες, ρεαλιστικές, καλά μελετημένες και περισσότερο επωφελείς, καταλήγοντας πως «ο τρόπος που σχεδιάζουμε τον τουρισμό είναι, τελικά, ο τρόπος που σχεδιάζουμε την ίδια τη χώρα».
Σε ξεχωριστή ενότητα παρουσιάστηκαν αναλυτικά στοιχεία προορισμών, με την Πρόεδρο του ΙΤΕΠ να τονίζει ότι «το πιο σημαντικό είναι ότι εξάγουμε αναλυτικά στοιχεία όχι μόνο σε επίπεδο περιφερειακής ενότητας, αλλά και σε επίπεδο προορισμού, ακόμα και Δήμου, που μπορούν να αξιοποιηθούν από το κεντρικό κράτος, τις Περιφέρειες, τους Δήμους, τις επιχειρήσεις και το σύνολο της αγοράς».