Ένας από τους ισχυρότερους αξιωματούχους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων απέκτησε μυστικά σχεδόν το μισό μετοχικό κεφάλαιο της crypto εταιρείας World Liberty Financial, που συνδέεται με την οικογένεια του Ντόναλντ Τραμπ, λίγους μήνες πριν οι ΗΠΑ εγκρίνουν την πώληση προηγμένων AI chips στο Άμπου Ντάμπι.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο σεΐχης Tahnoon bin Zayed Al Nahyan, γνωστός διεθνώς ως "Spy Sheikh", αγόρασε μέσω της Aryam Investment ποσοστό 49% της World Liberty Financial, έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων. Ο Tahnoon είναι σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΑΕ, μέλος της βασιλικής οικογένειας και επικεφαλής του μεγαλύτερου κρατικού επενδυτικού ταμείου της χώρας.
Η World Liberty Financial βρίσκεται πίσω από το stablecoin USD1, το οποίο είναι συνδεδεμένο με το δολάριο και υποστηρίζεται από αμερικανικά κρατικά ομόλογα βραχείας διάρκειας και μετρητά. Στους συνιδρυτές επί τιμή (co-founders emeritus) συγκαταλέγονται ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο ειδικός απεσταλμένος του, Στιβ Γουίτκοφ, ενώ τη διοίκηση ασκούν μέλη των οικογενειών Τραμπ και Γουίτκοφ.
Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι τη συμφωνία υπέγραψε ο Έρικ Τραμπ, λίγες ημέρες πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του πατέρα του. Από τη συναλλαγή, περίπου 187 εκατ. δολάρια φέρεται να κατευθύνθηκαν σε εταιρείες της οικογένειας Τραμπ και 31 εκατ. δολάρια σε οντότητες της οικογένειας Γουίτκοφ.
Η χρονική συγκυρία έχει προκαλέσει πολιτικό σεισμό στην Ουάσιγκτον. Μερικούς μήνες μετά τη συμφωνία, οι ΗΠΑ ενέκριναν την πώληση έως 500.000 προηγμένων AI chips ετησίως στα ΗΑΕ, με το 20% να προορίζεται για την G42, εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που συνδέεται άμεσα με τον Tahnoon.
Η πώληση είχε προηγουμένως «παγώσει» επί κυβέρνησης Μπάιντεν, λόγω φόβων ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να καταλήξει στην Κίνα.
Η αποκάλυψη έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν έκανε λόγο για «ξεκάθαρη διαφθορά» και κάλεσε την κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφαση για την πώληση των chips, ζητώντας παράλληλα καταθέσεις από κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, εκπρόσωπος της προεδρίας δήλωσε ότι «δεν υπάρχει καμία σύγκρουση συμφερόντων», ενώ κυβερνητικά στελέχη απέρριψαν τις κατηγορίες, αντιπαραβάλλοντας τις παλαιότερες -και ατεκμηρίωτες- καταγγελίες περί διασυνδέσεων της οικογένειας Μπάιντεν με ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η υπόθεση, πάντως, αναμένεται να εντείνει τη συζήτηση γύρω από τα όρια ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα στην εποχή της γεωπολιτικής τεχνολογίας και των crypto.