Η εικόνα που εκπέμπεται τις τελευταίες εβδομάδες από ΗΠΑ και Ιράν είναι αντιφατική. Από την μία πλευρά οι δύο χώρες βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις και ίσως πιο κοντά σε μια πολιτική συμφωνία μετά την έναρξη του πολέμου, ωστόσο την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές συγκρούσεις συνεχίζονται και η δυσπιστία παραμένει βαθιά.
Οι συνεχιζόμενες επαφές, οι τεχνικές προετοιμασίες και οι δημόσιες δηλώσεις και των δύο πλευρών δείχνουν ότι η διπλωματία παραμένει ζωντανή και ο διάλογος δεν είναι προσχηματικός.
Η συμφωνία, ωστόσο μοιάζει ταυτόχρονα τόσο κοντά και τόσο μακριά.
Αμφότερες οι πλευρές μετρούν προσεκτικά κάθε βήμα, φοβούμενες να επιδείξουν… υπέρμετρη υποχώρηση και να εμφανιστούν ως οι χαμένες της διαπραγμάτευσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει ένα deal το οποίο θα μπορεί να «βαφτίσει» ως στρατηγική νίκη των ΗΠΑ: άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αποκλιμάκωση των επιθέσεων και σταθεροποίηση των αγορών ενέργειας. Το Ιράν, αντίστοιχα, θέλει να καταδείξει πως διαπραγματεύεται από θέση αντοχής και όχι ήττας και θέτει στο τραπέζι του διαλόγου την άρση κυρώσεων, πρόσβαση στα παγωμένα κεφάλαιά του και διατήρηση ενός ελάχιστου πυρηνικού προγράμματος που δεν θα εκληφθεί ως εθνική ταπείνωση.
Αυτή η σύγκρουση αφηγημάτων είναι σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο από τις ίδιες τις τεχνικές λεπτομέρειες που εμφανίζονται στα διάφορα στάδια της διαπραγμάτευσης.
Στον πυρήνα της διαφωνίας το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Στον πυρήνα της διαφωνίας βρίσκεται ασφαλώς το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Για την Ουάσιγκτον ο τερματισμός του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την μακροπρόθεσμη ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Η βασική αμερικανική θέση είναι ότι το Ιράν δεν πρέπει να διατηρήσει δυνατότητα ταχείας μετάβασης από ένα «πολιτικό» πυρηνικό πρόγραμμα σε στρατιωτική πυρηνική ικανότητα.
Για τους Ιρανούς το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί εθνικό δικαίωμα, σύμβολο κυριαρχίας και «κόκκινη γραμμή» την οποία δεν πατούν. Συν τοις άλλοις η Τεχεράνη ενθυμούμενη την αποχώρηση του Τραμπ από την προηγούμενη πυρηνική συμφωνία το 2018, εκδηλώνει-εκφράζει την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αμερικανική ηγεσία. Γι’ αυτό τον λόγο, όπως έχει διαφανεί στις έως τώρα διαπραγματεύσεις, ζητά χειροπιαστές εγγυήσεις ότι η άρση των κυρώσεων θα έχει πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα και δεν θα ανατραπεί με μια νέα πολιτική απόφαση στην Ουάσιγκτον.
Η στάση του Ισραήλ
Σημείο τριβής και εστία δυσπιστίας είναι και η στάση του Ισραήλ, το οποίο ακολουθεί την δική του στρατηγική, συνεχίζοντας τις επιθετικές ενέργειες εντός του Λιβάνου, όντας πάντα δηκτικό έως και… απέναντι σε μια συμφωνία που θα επέτρεπε στο Ιράν να διατηρήσει σημαντικά στοιχεία του πυρηνικού του προγράμματος.
Σε κάθε περίπτωση οι κινήσεις της αμερικανικής διοίκησης δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επενδύει σε μια διαπραγματευτική διέξοδο. Η προετοιμασία τεχνικών ομάδων και η συζήτηση για ένα μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν δύσκολα συμβαδίζουν με μια στρατηγική που έχει εγκαταλείψει τη διπλωματία. Στην παρούσα φάση, πάντως, η πιο ρεαλιστική εκτίμηση είναι ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται πιο κοντά σε ένα πλαίσιο συμφωνίας παρά σε μια οριστική ιστορική συμφωνία.
Νώντας Βλάχος