Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά ξανά ελκυστικότητα ως γεωπολιτικό και οικονομικό καταφύγιο, καθώς η ρωσική επιθετικότητα, ο ανταγωνισμός με την Κίνα και η απρόβλεπτη αμερικανική πολιτική ωθούν όλο και περισσότερες χώρες να εξετάζουν την ένταξή τους. Η Ισλανδία καλείται σήμερα, Σάββατο να αποφασίσει αν θα επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις για ένταξη, σε μια εξέλιξη που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν απίθανη.
Η περίπτωση της Ισλανδίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση. Η Ουκρανία βλέπει στην ένταξη μια πρόσθετη εγγύηση ασφάλειας απέναντι στη Ρωσία, ενώ Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Αλβανία, Σερβία και Βόρεια Μακεδονία επιδιώκουν επίσης να ενταχθούν. Ακόμη και ο Καναδάς έχει γίνει αντικείμενο χιουμοριστικών αναφορών Ευρωπαίων αξιωματούχων ως υποψήφιο μέλος, παρότι βρίσκεται εκτός Ευρώπης.
Η αλλαγή είναι αξιοσημείωτη σε σχέση με την περίοδο μετά το Brexit. Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ε.Ε. το 2020, υπήρχαν φόβοι ότι η αποχώρηση θα προκαλούσε ντόμινο. Αντί γι’ αυτό, η συμμετοχή σε έναν μεγάλο συνασπισμό χωρών με κοινά συμφέροντα θεωρείται πλέον πλεονέκτημα, σε έναν κόσμο όπου επιστρέφει ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων.
Η γεωπολιτική αλλάζει τους υπολογισμούς
Για την Ισλανδία, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την οικονομία. Η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή αυξανόμενης γεωπολιτικής σημασίας, καθώς η Ρωσία ενισχύει τη δραστηριότητά της στις αρκτικές θάλασσες, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει ακόμη και με προσάρτηση της Γροιλανδίας. Η ανασφάλεια που δημιουργείται γύρω από την περιοχή ενισχύει την άποψη ότι η συμμετοχή σε έναν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συνασπισμό μπορεί να προσφέρει πολιτικό και στρατηγικό βάρος.
Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την Ε.Ε., καθώς συμμετέχει στον χώρο Σένγκεν και απολαμβάνει ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς συνοριακούς ελέγχους με τις χώρες-μέλη. Μια ένταξη θα μπορούσε επίσης να ανοίξει τον δρόμο για την υιοθέτηση του ευρώ, προοπτική που για αρκετούς Ισλανδούς αποτελεί πλεονέκτημα λόγω της σταθερότητας του ενιαίου νομίσματος. Η χώρα είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αλλά η διαδικασία σταμάτησε έπειτα από αντιδράσεις κυρίως στον κλάδο της αλιείας και λόγω των δύσκολων διαπραγματεύσεων.
Το δημοψήφισμα, πάντως, δεν θα αποφασίσει την ένταξη. Θα δώσει απλώς το πράσινο φως για την επανέναρξη των συνομιλιών, ενώ μια τελική απόφαση θα απαιτήσει νέο δημοψήφισμα. Η κοινωνία παραμένει διχασμένη, καθώς ο κλάδος αλιείας φοβάται μεγαλύτερο ανταγωνισμό, ενώ οι αντίπαλοι της ένταξης προειδοποιούν για απώλεια κυριαρχίας και για ένα μικρό κράτος που θα δυσκολεύεται να επηρεάσει τις αποφάσεις, ενός μπλοκ στο οποίο θα κυριαρχούν οι μεγαλύτερες χώρες.
Το κόστος της διεύρυνσης
Η Ισλανδία, με πληθυσμό μικρότερο των 400.000 κατοίκων, θα ήταν το μικρότερο κράτος της Ε.Ε., με τον πληθυσμό της Γερμανίας να είναι περίπου 200 φορές μεγαλύτερος. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες έχουν σχεδιαστεί κυρίως με βάση τις ανάγκες μεγαλύτερων οικονομιών και ότι η ένταξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερη γραφειοκρατία και ρυθμίσεις για τις ισλανδικές επιχειρήσεις.
Η διεύρυνση της Ε.Ε. έχει, όμως, κόστος και για τα υφιστάμενα μέλη. Η ένταξη φτωχότερων οικονομιών απαιτεί σημαντικούς πόρους για τη σύγκλισή τους, ενώ η μεγαλύτερη ενσωμάτωση στην ενιαία αγορά αυξάνει τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, κυβερνήσεις νέων κρατών-μελών που αποκλίνουν από τις πολιτικές και αξιακές προτεραιότητες των Βρυξελλών μπορούν να περιπλέξουν τη λήψη κοινών αποφάσεων.
Γι’ αυτό και οι διαδικασίες ένταξης είναι αργές. Το Μαυροβούνιο προσπαθεί να ενταχθεί από το 2008 και η Αλβανία από το 2009, ενώ η Τουρκία παραμένει υποψήφια εδώ και δεκαετίες χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Η Ουκρανία πιέζει για ταχεία ένταξη, όμως η υποψηφιότητά της βρίσκεται ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο.
Η Ισλανδία, αντίθετα, θεωρείται πολύ ευκολότερη περίπτωση λόγω των στενών δεσμών της με την Ε.Ε., του υψηλού εισοδήματος και της πολιτικής σταθερότητάς της. Η επίτροπος της Ε.Ε. για τη διεύρυνση, Μάρτα Κος, εκτίμησε ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα σε ένα έως δύο χρόνια.
Η ευρύτερη εικόνα, πάντως, είναι ότι η Ε.Ε. περνά από μια περίοδο που αμφισβητούνταν έντονα, σε μια φάση κατά την οποία η αξία της αυξάνεται λόγω των εξωτερικών πιέσεων. Σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια, η πρόσβαση σε μεγάλες αγορές και η συλλογική διαπραγματευτική ισχύς αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, η «βαρετή» γραφειοκρατία των Βρυξελλών εμφανίζεται για αρκετές χώρες ως μικρότερο κόστος, σε σχέση με το να αντιμετωπίσουν μόνες τους έναν κόσμο μεγαλύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.