Η περίφημη «ειδική σχέση» ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο εισέρχεται σε μια από τις πιο ψυχρές φάσεις των τελευταίων ετών, καθώς η ένταση γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν, οι εμπορικές πιέσεις και οι δημόσιες αιχμές του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς το Λονδίνο σκιάζουν την επικείμενη κρατική επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου Γ΄ στην Ουάσινγκτον.
Πριν από έναν χρόνο, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Το Λονδίνο διαπραγματευόταν εμπορική συμφωνία με την Ουάσινγκτον και η προσωπική συμπάθεια του Τραμπ προς τη Βρετανία -πατρίδα καταγωγής της μητέρας του- καλλιεργούσε προσδοκίες για μια νέα περίοδο στενότερης συνεργασίας.
Η Βρετανία έγινε τον Μάιο του 2025 η πρώτη χώρα που υπέγραψε εμπορικό σύμφωνο με τις ΗΠΑ στη δεύτερη θητεία Τραμπ, διατηρώντας αξιοσημείωτα καλές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο, παρά τις ιδεολογικές διαφορές του Αμερικανού προέδρου με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, ηγέτη των Εργατικών.
Σήμερα, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει αισθητά.
Οι δασμολογικές επιλογές της Ουάσινγκτον, οι προκλητικές τοποθετήσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία, αλλά κυρίως η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν έχουν δοκιμάσει τις παραδοσιακές δυτικές συμμαχίες.
Ο Τραμπ έχει κατηγορήσει ευθέως συμμάχους του ΝΑΤΟ επειδή δεν στήριξαν επαρκώς τις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν και έχει στοχοποιήσει ιδιαίτερα τη Βρετανία, αμφισβητώντας τη στρατιωτική της συνεισφορά, την εξωτερική της πολιτική αλλά και την αξιοπιστία της ως συμμάχου.
«Η σχέση ήταν καλύτερη»
Σε δηλώσεις του στο Sky News, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι ακόμη και η εμπορική συμφωνία με το Λονδίνο —η οποία εξασφάλισε βασικό δασμό 10% στις εισαγωγές— μπορεί να αναθεωρηθεί. «Τους δώσαμε καλή εμπορική συμφωνία. Καλύτερη απ’ όσο χρειαζόταν. Και μπορεί πάντα να αλλάξει. Τους τη δώσαμε επειδή έχουν πολλά προβλήματα», είπε ο Τραμπ.
Αναφερόμενος στην ιστορική σχέση των δύο χωρών, πρόσθεσε πως η αμερικανοβρετανική συνεργασία «ήταν καλύτερη», συνοψίζοντας με τη φράση: «Είναι λυπηρό».
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ήταν ακόμη πιο αιχμηρός:
Πώς είναι η σχέση; Είναι η σχέση όπου όταν ζητήσαμε βοήθεια, δεν ήταν εκεί. Όταν τους χρειαστήκαμε, δεν ήταν εκεί. Όταν δεν τους χρειαζόμασταν, πάλι δεν ήταν εκεί. Και ακόμη δεν είναι εκεί.
Παράλληλα, φρόντισε να διαφοροποιήσει τη στάση του απέναντι στη βρετανική μοναρχία, χαρακτηρίζοντας τον βασιλιά Κάρολο «υπέροχο άνθρωπο» και «φίλο» που «σέβεται βαθιά».
Το Λονδίνο αρνείται να εμπλακεί στον πόλεμο
Η κυβέρνηση Στάρμερ, ωστόσο, έχει επιλέξει σαφή απόσταση από την αμερικανική στρατιωτική γραμμή. Ο πρωθυπουργός, όπως και η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς, έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι η Βρετανία δεν πρόκειται να «συρθεί» στον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Στάρμερ επανέλαβε αυτή τη θέση ενώπιον της Βουλής, τονίζοντας ότι «δεν πρόκειται να υποκύψει» στις πιέσεις της Ουάσινγκτον. Η Ριβς ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη, χαρακτηρίζοντας τη σύγκρουση «λάθος». Όπως είπε, δεν έχει γίνει σαφές ποιος ακριβώς είναι ο στόχος του πολέμου, ούτε πώς αυτός καθιστά τον κόσμο ασφαλέστερο.
Η στάση αυτή αντικατοπτρίζει ευρύτερη ευρωπαϊκή δυσφορία απέναντι στην αμερικανική στρατηγική. Πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν ότι η νέα κρίση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο οικονομίες που ήδη δοκιμάστηκαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους δασμούς.
Οικονομικό πλήγμα από τα Στενά του Ορμούζ
Για το Λονδίνο, το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό, αλλά και βαθιά οικονομικό. Η Βρετανία είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και η εκτίναξη των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, λόγω της αναστάτωσης στα Στενά του Ορμούζ, απειλεί να πλήξει την ήδη εύθραυστη ανάκαμψη.
Η κυβέρνηση Στάρμερ και η Τράπεζα της Αγγλίας υπολόγιζαν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκλιμακώνονταν, επιτρέποντας μείωση επιτοκίων και ανακούφιση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο πόλεμος ανέτρεψε αυτούς τους σχεδιασμούς.
Η Ριβς δήλωσε ότι πρώτη της προτεραιότητα είναι οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις, που ήδη αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές και αυξημένο κόστος δανεισμού εξαιτίας της κρίσης. Υπογράμμισε επίσης ότι το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η αποκλιμάκωση και η πλήρης επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, ώστε να επανέλθουν οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου στις αγορές.
Η μοναρχία ως γέφυρα
Μέσα σε αυτό το βαρύ κλίμα, η επικείμενη κρατική επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου και της βασίλισσας Καμίλα στις ΗΠΑ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στο Λονδίνο ελπίζουν ότι η συμβολική ισχύς της μοναρχίας μπορεί να αμβλύνει τις εντάσεις και να υπενθυμίσει το βάθος των ιστορικών δεσμών ανάμεσα στις δύο χώρες.
Εκπρόσωπος του Μπάκιγχαμ ανέφερε ότι η επίσκεψη θα αναγνωρίσει «τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους σε όλο τον κόσμο».
Και πρόσθεσε ότι πρόκειται για μια στιγμή «επιβεβαίωσης και ανανέωσης των διμερών δεσμών».
Μπορεί όντως η τελετουργική διπλωματία να θεραπεύσει μια σχέση που δοκιμάζεται από συγκρουόμενα συμφέροντα, οικονομική πίεση και έναν απρόβλεπτο πρόεδρο;