Σημαντική επιδείνωση καταγράφεται στις προοπτικές της γερμανικής οικονομίας, καθώς τα κορυφαία οικονομικά ινστιτούτα της χώρας προχώρησαν σε καθοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεών τους για την ανάπτυξη, υπό το βάρος των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και της εκτίναξης των τιμών ενέργειας.
Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις, το ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 0,6% το 2026, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 1,3%.
Αντίστοιχα, για το 2027 η ανάπτυξη τοποθετείται πλέον στο 0,9%, χαμηλότερα από το 1,4% που είχε αρχικά προβλεφθεί.
Οι οικονομολόγοι αποδίδουν την επιδείνωση κυρίως στο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε η σύγκρουση στην περιοχή, με τις αυξημένες τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου να επιβαρύνουν σημαντικά την παραγωγή και το κόστος για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, η άνοδος του κόστους μετακυλίεται σε βασικά αγαθά, επηρεάζοντας τόσο τις τιμές των τροφίμων όσο και τη συνολική κατανάλωση.
Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμες εμπορικές διαδρομές, όπως τα Στενά του Ορμούζ, εντείνει τους κινδύνους για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, διατηρώντας πιέσεις στις τιμές και περιορίζοντας τη δυναμική της οικονομικής ανάκαμψης.
Παρά τις πιέσεις, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική λειτουργεί ως «μαξιλάρι» για την οικονομία, περιορίζοντας τις απώλειες και αποτρέποντας μια πιο έντονη επιβράδυνση. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει εύθραυστη, με τον πληθωρισμό να ενισχύεται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Στο ίδιο πλαίσιο, η γερμανική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο αισιόδοξη, διατηρώντας προς το παρόν εκτίμηση για ανάπτυξη κοντά στο 1% για το 2026, αν και θεωρείται πιθανό να προχωρήσει και αυτή σε αναθεώρηση των προβλέψεών της το προσεχές διάστημα.
Οι νέες εκτιμήσεις των ινστιτούτων αναμένεται να επηρεάσουν άμεσα και τις προβολές για τα φορολογικά έσοδα, υπογραμμίζοντας τη στενή σύνδεση μεταξύ μακροοικονομικών εξελίξεων και δημοσιονομικού σχεδιασμού.