Η στρατιωτικοποίηση της ρωσικής οικονομίας δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί με τη λήξη των μαχών στην Ουκρανία, και ο βαθμός επιθετικότητας της Μόσχας μετά τον πόλεμο θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διατήρηση ή την άρση των διεθνών κυρώσεων, σύμφωνα με τον επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών της Λετονίας, Έγκιλς Ζβιέντρις.
Ο κ. Ζβιέντρις δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο: «Η στρατιωτικοποίηση της ρωσικής οικονομίας θα συνεχιστεί σίγουρα μετά το τέλος των συγκρούσεων, αλλά η άρση των κυρώσεων θα επιτρέψει στη Ρωσία να αναπτύξει ταχύτερα τις στρατιωτικές της δυνατότητες».
Σε σχέση με την ενδεχόμενη επιθετικότητα της Μόσχας στο τέλος του πολέμου, σημείωσε: «Θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες: την έκβαση της σύγκρουσης, το πάγωμά της ή όχι, και τη διατήρηση ή όχι των κυρώσεων».
Σχετικά με τη Λετονία, ο διευθυντής της SAB τόνισε: «Το γεγονός ότι η Ρωσία έχει καταρτίσει σχέδια εισβολής στις βαλτικές χώρες, όπως έχει κάνει για πολλά άλλα πράγματα, δεν σημαίνει ότι θα επιτεθεί. Η Ρωσία δεν συνιστά στρατιωτική απειλή για τη Λετονία επί του παρόντος». Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει άλλες μορφές απειλών, κυρίως στον κυβερνοχώρο.
Όπως καταγράφεται στην ετήσια έκθεση της SAB για το 2025: «Η Ρωσία συνέχισε να αποτελεί την κύρια κυβερνοαπειλή για τη Λετονία λόγω των στρατηγικών της στόχων γενικότερα, καθώς και της υποστήριξης στην Ουκρανία». Η υπηρεσία προειδοποιεί επίσης για τις κατηγορίες που διατυπώνει η Ρωσία κατά των βαλτικών χωρών και ειδικά της Λετονίας για την κατάσταση των ρωσόφωνων πληθυσμών.
Η έκθεση σημειώνει: «Εδώ και ενάμιση χρόνο, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει τακτικά ότι προετοιμάζεται να προσφύγει νομικά κατά των βαλτικών χωρών, ανάμεσά τους η Λετονία, ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου (ICJ) για παραβίαση των δικαιωμάτων των ρωσόφωνων κατοίκων», με στόχο να αναγκάσει τη Ρίγα να αλλάξει «την πολιτική της απέναντι στη Ρωσία και στον ρωσόφωνο πληθυσμό».