Άμυνα & Διπλωματία

Οι πόλεμοι που βάλτωσαν: Πώς ΗΠΑ και Ρωσία υποτίμησαν τους αντιπάλους τους


Η Ρωσία και οι ΗΠΑ εισήλθαν σε συγκρούσεις με την πεποίθηση ότι η δύναμή τους θα κάμψει γρήγορα μικρότερους αντιπάλους. Η Ουκρανία και το Ιράν απέδειξαν ότι οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνο με υπεροχή σε όπλα, αλλά και με κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας του αντιπάλου.

Οι δύο συγκρούσεις που σημάδεψαν την παγκόσμια ασφάλεια τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν, έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικά διακυβεύματα. Ωστόσο, καταλήγουν σε ένα κοινό στρατηγικό συμπέρασμα: δύο ισχυρότερες δυνάμεις παγιδεύτηκαν σε παρατεταμένες αναμετρήσεις απέναντι σε μικρότερους αντιπάλους, τους οποίους είχαν αρχικά υποτιμήσει.

Τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όσο και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δυσκολεύονται να αποδεχθούν ότι χώρες τις οποίες θεωρούσαν ασθενέστερες κατάφεραν να εμποδίσουν την επίτευξη των αρχικών τους στόχων. Και οι δύο ηγέτες έχουν στραφεί πλέον στη διπλωματία, αναζητώντας μέσω διαπραγματεύσεων αυτό που δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν με στρατιωτικά μέσα: την υποχώρηση του αντιπάλου.

Η Ουκρανία και το Ιράν, αντίθετα, υιοθετούν όλο και πιο σκληρή στάση, απορρίπτοντας τη λογική ότι «ο ισχυρότερος επιβάλλει το δίκαιο». Οι κυβερνήσεις τους επιμένουν ότι δεν έχουν ηττηθεί και ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να αντανακλά αυτή την πραγματικότητα.

Σε πρόσφατη ανοικτή επιστολή του προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατηγόρησε τον Ρώσο ηγέτη ότι δεν είχε προβλέψει την έκταση της ουκρανικής αντίστασης. «Δεν περίμενες την πλήρη αντίσταση της Ουκρανίας και δεν προέβλεψες ότι τα πράγματα θα έφταναν τόσο μακριά», έγραψε χαρακτηριστικά.

Αντίστοιχη ήταν η ρητορική της Τεχεράνης μετά την ανταλλαγή πυραυλικών επιθέσεων με το Ισραήλ. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτής της χώρας Μοχάμαντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ προειδοποίησε ότι η απάντηση του Ιράν δεν πρόκειται να αλλάξει χωρίς «ειλικρινή δέσμευση για αποκατάσταση της εμπιστοσύνης».

Το αποτέλεσμα είναι δύο πόλεμοι σε κατάσταση ακινησίας, όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης εμποδίζει οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδο.

Η αυταπάτη της εξουδετέρωσης της ηγεσίας

Οι αναλύσεις ειδικών συγκλίνουν σε ένα βασικό λάθος στρατηγικής: τόσο η Μόσχα, όσο και η Ουάσιγκτον προσέγγισαν τους αντιπάλους τους μέσα από το δικό τους συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, θεωρώντας ότι η εξουδετέρωση της ηγεσίας θα οδηγούσε στην κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος.

Η Φιόνα Χιλ, η οποία είχε την ευθύνη για τις υποθέσεις Ρωσίας και Ευρώπης στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, υποστήριξε σε ανάλυσή της για το Ινστιτούτο Brookings ότι και οι δύο συγκρούσεις έχουν το ίδιο μοτίβο: «Μια ασθενέστερη δύναμη παγίδευσε μια ισχυρότερη σε μια δαπανηρή αντιπαράθεση».

Σε συνέντευξή της τόνισε ότι οι δύο ηγέτες «προέβαλαν τις δικές τους συγκεντρωτικές αντιλήψεις για τον ρόλο τους πάνω στην Ουκρανία και το Ιράν», πιστεύοντας ότι αν εξουδετέρωναν την κορυφή της εξουσίας, το σύστημα θα κατέρρεε.

Η Ρωσία δεν περίμενε την ένταση της ουκρανικής αντίστασης όταν εισέβαλε το 2022. Το Κρεμλίνο θεωρούσε ότι θα καταλάμβανε γρήγορα το Κίεβο, θα εγκαθιστούσε μια φιλική κυβέρνηση και θα γινόταν αποδεκτό από μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια αργότερα, παρά τις τεράστιες απώλειες -που εκτιμάται ότι ξεπερνούν τους 350.000 Ρώσους στρατιώτες- η Μόσχα δεν έχει καταφέρει να καταλάβει πλήρως ούτε τις τέσσερις ουκρανικές περιφέρειες που έχει προσαρτήσει μονομερώς.

Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ υποτίμησαν τη δυνατότητα του Ιράν να απαντήσει στρατιωτικά και πολιτικά, ενώ αγνόησαν τις προειδοποιήσεις ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να απειλήσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, απέτυχε η προσδοκία ότι ο ιρανικός πληθυσμός θα εξεγειρόταν κατά της ηγεσίας της χώρας, όπως είχαν εκτιμήσει το Ισραήλ και οι ΗΠΑ.

Αεροπορική υπεροχή δεν σημαίνει και νίκη

Οι βομβαρδιστικές επιχειρήσεις τόσο της Ρωσίας, όσο και των ΗΠΑ προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές, όμως η αεροπορική ισχύς από μόνη της δεν αποδείχθηκε αρκετή για να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα.

Ο Τζέιμς Τζέφρι, αναλυτής στο Ινστιτούτο Ουάσιγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής και πρώην διπλωμάτης, σημείωσε ότι οι δύο χώρες δυσκολεύονται να ευθυγραμμίσουν τους τελικούς στόχους τους με τα μέσα που διαθέτουν.

Η Ουκρανία κατάφερε να ανακόψει τις ρωσικές προελάσεις εν μέρει χάρη στην ανάπτυξη νέας γενιάς μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα οποία άλλαξαν τον τρόπο διεξαγωγής του σύγχρονου πολέμου.

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, δεν έχουν δείξει πρόθεση να αναπτύξουν χερσαίες δυνάμεις στο Ιράν, περιορίζοντας τις επιλογές τους.

Από στρατιωτικό αδιέξοδο σε διπλωματικό αδιέξοδο

Οι συνομιλίες για την Ουκρανία οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο λίγο πριν ξεκινήσει η νέα φάση της σύγκρουσης με το Ιράν. Το Κίεβο ζητούσε ισχυρότερες εγγυήσεις ασφαλείας σε περίπτωση παραχώρησης εδαφών, κάτι που η Μόσχα δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί.

Η διπλωματία περιορίστηκε κυρίως σε ανταλλαγές αιχμαλώτων.

Στο μέτωπο του Ιράν, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη υποστηρίζουν ότι μια συμφωνία μπορεί να βρίσκεται κοντά, αλλά το πιθανότερο είναι ότι αρχικά θα αφορά ένα πλαίσιο διαπραγματεύσεων, αφήνοντας τα δυσκολότερα ζητήματα -όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και την άρση κυρώσεων- για αργότερα.

Ένα από τα άμεσα αποτελέσματα θα μπορούσε να είναι η προσωρινή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Συνεχείς αλλαγές όρων, χαμένη εμπιστοσύνη

Η απουσία συμβιβασμού παρατείνει και τις δύο συγκρούσεις.

Η Ρωσία έχει παρουσιάσει εκτεταμένες απαιτήσεις προς την Ουκρανία, χωρίς αντίστοιχες παραχωρήσεις. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν παραμένει προσηλωμένος σε μαξιμαλιστικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για εδάφη, τα οποία ο ρωσικός στρατός δεν έχει καταφέρει να καταλάβει.

Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αλλάξει όρους που είχαν συμφωνηθεί από διαμεσολαβητές, προκαλώντας δυσπιστία στην ιρανική πλευρά. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαΐ κατηγόρησε πρόσφατα τις ΗΠΑ για «αντιφατικά μηνύματα, συχνές αλλαγές θέσεων και απαιτήσεων, καθώς και επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της εκεχειρίας». Κάθε αλλαγή, σύμφωνα με αναλυτές, μειώνει την πεποίθηση της Τεχεράνης ότι μια μελλοντική συμφωνία θα εφαρμοστεί πραγματικά.

Παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ ότι μια λύση βρίσκεται «λίγο πριν από την επίτευξη», κανένας από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει -και τους οποίους εκτιμούσε ότι θα επιτύχει μέσα σε λίγες εβδομάδες- δεν έχει υλοποιηθεί.

Το ίδιο ισχύει και για τον Πούτιν. Όταν ξεκίνησε η εισβολή στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο προέβλεπε γρήγορη νίκη. Σήμερα, η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν μακροχρόνιο πόλεμο που έχει αποδυναμώσει τη διεθνή εικόνα της.

Κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορές

Η σύγκριση των δύο πολέμων έχει, βεβαίως, όρια.

Η Ουκρανία θεωρητικά δεν είχε απειλήσει τη Ρωσία -αν εξαιρέσουμε, βέβαια, την πρόθεση για τοποθέτηση συστοιχιών πυραύλων σε απόσταση βολής, ενώ το Ιράν βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, μέσα από επιθέσεις, πολέμους μέσω συμμάχων και συγκρούσεις που έχουν πλήξει αμερικανικά συμφέροντα.

Οι ΗΠΑ δεν είχαν εδαφικές διεκδικήσεις στο Ιράν, ενώ η Ρωσία έχει καταλάβει σχεδόν το 20% της ουκρανικής επικράτειας.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς Βάλι Νασρ, το Ιράν εμφανίζεται πιο πρόθυμο για συμφωνία απ' ότι η Ουκρανία, επειδή αντιμετωπίζει εντονότερη οικονομική πίεση και διαθέτει ελάχιστη εξωτερική υποστήριξη.

Παράλληλα, όπως υποστήριξε ο ίδιος, σύμφωνα με τους New York Times, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέτυχαν να πετύχουν τους στρατηγικούς στόχους τους στις διαδοχικές συγκρούσεις.

«Οι Ιρανοί θέλουν οι ΗΠΑ να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν ηττηθεί και ότι η στρατιωτική κατάκτηση του Ιράν δεν αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο», ανέφερε. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ ζητούν κυρίως από το Ιράν να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένης της κατοχής εμπλουτισμένου ουρανίου υψηλού βαθμού, ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικού όπλου.

Η Τεχεράνη, όμως, ζητά ως αντάλλαγμα την άρση μακροχρόνιων οικονομικών κυρώσεων, τον τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού και την απελευθέρωση δεσμευμένων κεφαλαίων περίπου 24 δισ. δολαρίων . Σύμφωνα με τον Νασρ, το Ιράν χρησιμοποιεί το υπό συζήτηση πλαίσιο για να δοκιμάσει εάν ο Τραμπ μπορεί πράγματι να τηρήσει μια συμφωνία. «Θέλουν να δουν αν μπορεί να άρει τον αποκλεισμό, αν μπορεί να διατηρήσει την εκεχειρία στον Λίβανο και αν θα επιστρέψει μέρος των χρημάτων τους», ανέφερε.

Στην Ουκρανία, η Ρωσία ζητά τουλάχιστον την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από στρατηγικό τμήμα του Ντονέτσκ, από το οποίο δεν έχει καταφέρει να εκδιώξει τους Ουκρανούς.

Το τελικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι και οι δύο συγκρούσεις έχουν πλήξει το κύρος των ισχυρότερων παικτών. Το αδιέξοδο στην Ουκρανία υπονομεύει την εικόνα της Ρωσίας ως παγκόσμιας στρατιωτικής δύναμης, ενώ η στασιμότητα στον Περσικό πλήττει την εικόνα των ΗΠΑ και του Ντόναλντ Τραμπ.

Το πλέον ξεκάθαρο είναι ότι, ο καθένας μπορεί να ξεκινήσει μία σύγκρουση, αλλά ακόμα και οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούν πάντα να ελέγξουν την εξέλιξή της.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα